ανθοφορία

From LSJ

Ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον, ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα, στοιχεῖα τοῦ καλῶς ζῆν ταῦτ' εἶναι διαλαμβάνων (Epicurus, Letter to Menoeceus 123.2) → Carry on and practice the things I incessantly used to urge you to do, realizing that they are the essentials of a good life.

Source

Greek Monolingual

η (Μ ἀνθοφορία)
η άνθηση φυτού ή γενικά των φυτών, το να παράγουν άνθη
νεοελλ.
1. η εποχή της άνθησης
2. το να κρατά κάποιος άνθη για μια τελετή.