(I)νεοχμῶ, -έω (Α) νεοχμόςνεοχμώ (II).———————— (II)νεοχμῶ, -όω (Α) νεοχμός1. επιφέρω μεταρρυθμίσεις, ιδίως πολιτικές2. (γενικά) αλλάζω, μεταβάλλω3. ανακαινίζω, ανανεώνω4. ιατρ. προκαλώ επιπλοκή ή δυσκολίες.