μπαγκέτα

Greek Monolingual

και μπακέτα, η
1. μικρή ξύλινη ράβδος με την οποία ο αρχιμουσικός διευθύνει την ορχήστρα
2. (κατ' επέκτ.) το πλήκτρο με το οποίο ο τυμπανιστής κτυπά το τύμπανο
3. κεντητό στόλισμα περικνημίδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. baguette < ιταλ. bacchetta < λατ. baculum «βάκτρον, ραβδί»].