Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βάκτρον

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: βάκτρον Medium diacritics: βάκτρον Low diacritics: βάκτρον Capitals: ΒΑΚΤΡΟΝ
Transliteration A: báktron Transliteration B: baktron Transliteration C: vaktron Beta Code: ba/ktron

English (LSJ)

τό (cf. βακτηρία),

   A stick, cudgel, A.Ag.202, Ch.362, E.Ph. 1719 (all lyr.), Theoc.25.207: metaph., τοκέων β. prob. in Epigr.Gr. 257.2 (Cyprus).

German (Pape)

[Seite 427] τό (baculum), Stock, Stab, Stütze, Aesch. Ag. 195 Ch. 357 u. folgde Dichter.

Greek (Liddell-Scott)

βάκτρον: τό, (√ΒΑ, βιβάζω), Λατ. baculus, βακτηρία, ῥάβδος, ῥόπαλον, Αἰσχύλ. Ἀγ. 201, Χο. 632, Εὐρ. Φοιν. 1719, Θεόκρ. 25. 207· μεταφ., τοκέων β. Ἐπιγράμ. Ἑλλ. 257. 2.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
bâton pour la marche.
Étymologie: R. Βα, marcher, développée en Βακ ; cf. βακτηρία.

Spanish (DGE)

-ου, τό
1 bastón χθόνα βάκτροις ἐπικρούσαντος A.A.202, cf. Ch.362, βάκτρα πρόσφερ', ὦ τέκνον E.Ph.1719, cf. Ba.363, Hec.281, Theoc.25.207, A.R.1.670, 2.198, Call.Lau.Pall.127, Corn.ND 9, 18, 33, Artem.5.51, AP 6.81 (Paul.Sil.)
fig. báculo, apoyo τοκέων βάκτρον ἓν ἀμφοτέρων GVI 857.2 (Chipre II/III d.C.).
2 βάκτρον· κάμηλος Hsch.

• Etimología: N. de instrumento en *-tro- sobre un radical βακ- de origen inseguro, que da lugar tb. a βακτηρία, etc., cf. c. suf. *-tlo- lat. baculum, airl. bacc.

Greek Monolingual

βάκτρον, το (Α)
1. βακτηρία, ραβδί
2. ρόπαλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βάκω, αόρ. ἔβακον»βαρύνω, καταβάλλομαι» (ινδοευρ, ρίζα bak «μπαστούνι») + (επίθημα) -τρον (βλ. και βακτηρία)].

Greek Monotonic

βάκτρον: τὸ (βιβάζω) Λατ. baculus, ράβδος, βακτηρία, μπαστούνι, ρόπαλο, σε Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

βάκτρον: τό Aesch., Eur., Theocr. = βακτηρία 1.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: κάμηλος H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: If correct, rather Bactrian, as Bactrian camels were famous (Arist. HA 498 b 8). Wrong Pisani, Paideia 10 (1955) 241 (IE *waktro-).

Middle Liddell

βιβάζω
Lat. baculus, a staff, stick, cudgel, Aesch., Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βάκτρον -ου, τό, en βάκρον [~ βακτηρία staf, stok, knuppel.