τζιτζιφιά

Greek Monolingual

και τζιτζυφιά και τζιντζυφιά, η, Ν τζίτζιφο
βοτ. α) κοινή ονομασία του φυλλοβόλου δένδρου Zizyphus jujuba του γένους ζίζυφος
β) το μικρό φυλλοβόλο δένδρο Elaeagnus angustitolia του γένους ελαίαγνος, γνωστό και ως μοσχοϊτιά.