ἀρχέγονος

English (LSJ)

ἀρχέγονον,
A original, primal, τὸ ἀ. ὑγρόν Corn.ND17, cf. Nonn. D.24.48, al.; οὐσία Gal.5.418: Comp. -ώτερος Ph.2.472: Sup., Id.1.237.
II (perhaps parox. ἀρχεγόνος) first author or origin, ἡ φύσις πάσης τέχνης ἀρχέγονόν ἐστ' Damox.2.8, cf. D.S.1.88; τῶν ὅλων Procl.Inst.152; Ὠκεανὸς ἀ. πάντων Corn.ND8.

Spanish (DGE)

-ον
I de elementos y conceptos fil. originario αἰτία Arist.Mu.399a26 (cj.), ἀρχεγονώτατον ὄν Ph.1.237, τὸ ὂν ... μονάδος ἀρχεγονώτερον Ph.2.472, etc., τὸ ὑγρόν Corn.ND 17, τὸ πῦρ Clem.Al.Prot.4.64, φύσις Ael.Fr.243
de pers. y personif. originario, engendrado en el principio, venerable Θέμις IP 324.17 (II d.C.), Διόνυσος Nonn.D.24.48, Ὠκεανός Pamprepius 3.95, Χάος PMag.4.1459, cf. ἀρχέγονον βλάστημα Θεοῦ ref. a Cristo AP 1.119.28, pero εἰκόνας ἀρχεγόνων ... μερόπων imágenes de hombres de tiempos pasados, AP 7.563 (Paul.Sil.)
simpl. antiguo (ἡ ἀριθμητική) ἀρχεγονωτέρα καὶ μήτηρ αὐτῶν Theol.Ar.17, κῆρυξ ἀρχεγόνου βαπτίσματος Nonn.Par.Eu.Io.1.6, cf. γῆν καὶ ὕδωρ καὶ ἔτι τὰ τούτων ἀρχεγονώτερα Them.Or.13.162a.
II subst.
1 τὸ ἀ. arquetipo c. gen. τῶν ἁπάντων ἐθνῶν ἀρχέγονα γενέσθαι D.S.1.8 (= Democr.B 5 ?), ἡ φύσις πάσης τέχνης ἀρχέγονόν ἐστ' Damox.2.8, ἀρχέγονον τῆς τῶν ζῴων φύσεως D.S.1.88, τὸν Ὠκεανὸν ἔφασαν ἀρχέγονον εἶναι πάντων Corn.ND 8, Ὅμηρον ... ἀρχέγονον τῶν ... Πλάτωνος λόγων Them.Or.20.236b, (ἡ ἀπειρία) ἡ τῶν ὅλων ἀ. Procl.Inst.152.
2 subst. ὁ ἀ. viejo νέοισι καὶ ἀρχεγόνοισιν ἐρίζων Nonn.D.25.27.

German (Pape)

[Seite 364] ὁ, der Stammvater des Geschlechts; übh. Urheber, Anfänger; auch adj., ἡ φύσις ἀρχέγονον πάσης τέχνης Damox. bei Ath. III, 102 a; vgl. D. Sic. 1, 88; compar. ἀρχεγονώτερος Themist.

Russian (Dvoretsky)

ἀρχέγονος:
1 первоначальный, первичный (χυμὸς ἐν δένδροις Arst.);
2 служащий первоисточником (τῆς τῶν ζῴων φύσεως Diod.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀρχέγονος: -ον, ὁ πρῶτος γένους ἢ γενεᾶς τινος, ἀρχαῖος, παλαιός, πρωτόγονος, Ἀριστ. Φυτ. 1. 3, 14, συχν. παρὰ Νόνν. ΙΙ. ἡ πρώτη αἰτίαἀρχή, ἡ φύσις πάσης τέχνης ἀρχέγονόν ἐστ’ Δαμόξενος ἐν «Συντρόφοις» 1. 8., (ἴσως ἐνταῦθα ἔπρεπεν ἡ λέξις νὰ παροξύνηται): πρβλ. Διόδ. 1. 88.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀρχέγονος, -ον)
1. ο παλαιός, ο αρχαίος, ο πρώτος του γένους
2. ο πρωταρχικός
νεοελλ.
ο πρωτόγονος ή ο καθυστερημένος.