Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρωταρχικός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
1. ο πρώτος και αρχικός, πρώτος-πρώτος, πρώτιστος («πρωταρχικό σου καθήκον είναι να ξεκαθαρίσεις τη θέση σου απέναντί του»)
2. βασικός, θεμελιώδης, ουσιαστικός («η συμμετοχή του στο συμβούλιο είναι πρωταρχικής σημασίας»)
3. φρ. α) «πρωταρχικό DNΑ»
(βιοχ.) βραχύ μόριο DNΑ που αντιπροσωπεύει γνωστές ακολουθίες βάσεων οι οποίες βρίσκονται και στις δύο πλευρές της περιοχής-στόχου
β) «πρωταρχικό RNΑ»
(βιοχ.) ένα κοντό τμήμα RNΑ που πρέπει να συντεθεί σε μια μήτρα DNΑ προτού η πολυμεράση DNΑ μπορέσει να αρχίσει την επιμήκυνση μιας νέας αλυσίδας DNΑ
γ) «πρωταρχικό ωοθυλάκιο»
βιολ. το πρώτο στάδιο εμφάνισης και ανάπτυξης του ωοθυλακίου, όταν το ωοκύτταρο 1ης τάξεως είναι ανενεργό και περιβάλλεται από ένα μόνον στρώμα θυλακικών κυττάρων.
επίρρ...
πρωταρχικώς και πρωταρχικά, Ν
1. κατά πρώτο λόγο, αρχικά
2. ουσιωδώς, θεμελιωδώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτάρχης. Η λ. μαρτυρείται από το 1864 στο περιοδικό Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως].