Κρεῖττον σιωπᾶν ἐστιν ἢ λαλεῖν μάτην → Silentium anteferendum est vaniloquentiae → Das Schweigen übertrifft vergebliches Geschwätz
το, Ν
1. τυφλός
2. πρωτάρης σε κάτι, άπειρος
3. νεοσύλλεκτος στρατιώτης
4. δύστροπος και κακός άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στραβός + επίθημα -άδι (πρβλ. γλυκ-άδι, σημ-άδι)].