Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάτην

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μᾰ́την Medium diacritics: μάτην Low diacritics: μάτην Capitals: ΜΑΤΗΝ
Transliteration A: mátēn Transliteration B: matēn Transliteration C: matin Beta Code: ma/thn

English (LSJ)

Dor. μάταν [μᾰ], Adv.
A in vain, h.Cer.308, Pi.O.1.83, etc.; μὴ πόνει μάτην A.Pr.44; βλέποντες ἔβλεπον μάτην ib.447; μάτην ἐρεῖν ib.1007; with a Noun, τὸ μάτην ἄχθος the fruitless burden, Id.Ag.165 (lyr.); Διὸς μάτην ἄκοιτις = his bedfellow to no good end, S.Tr.1149: as predicate, μάτην ὁ μόχθος A.Ch.521.
2 at random, without reason, οὔ σε μάτην τιμῶσι Thgn.523; ὅρα μὴ μάτην κόμπος ὁ λόγος ᾖ Hdt.7.103, cf. E.Supp. 127; οὐ γὰρ δίκαιον… τοὺς κακοὺς μάτην χρηστοὺς νομίζειν S.OT609; ἵνα μὴ μάτην θαρρήσῃς Pl.Tht.189d; ὁ νοσῶν μάτην, i.e. he that is mad, S.Aj.635 (lyr.), cf. Ar.Pax 95 (anap.).
3 idly, falsely, λέγοντες εἴτ' ἀληθές, εἴτ' ἄρ' οὖν μάτην S.Ph.345; λόγῳ μάτην θνῄσκοντες Id.El.63, cf. 1298; μάτην βέβακεν, of a dream, A.Ag.423 (lyr.).—Originally acc. of μάτη, and we find εἰς μάτην in Luc.Trag.28,241, Aristid.Or.33(51).3; ἐπὶ μάτην POxy.530.8 (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 101] (s. das Vor.), vergeblich, umsonst, ohne Erfolg; H. h. Cer. 309; ἀνώνυμον γῆρας ἕψοι μά. ταν, Pind. Ol. 1, 83; τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην, Aesch. Prom. 44, wie 342; μάταν τὰ πολλὰ βέλεα ἦλθε Pers. 260, öfter, wie auch Soph., μάτην εἰρήσεται O. R. 365, μάτην γὰρ οὐδὲν ἀξίωμα δαιμόνων ἔχω φράσαι O. C. 1452; auch Ἀλκμήνην Διὸς μάτην ἄκοιτιν, Trach. 1139, d. h. der es nicht gefrommt, daß sie Zeus' Gattinn war; auch im Gegensatz von ἀληθές, was nur den nichtigen Schein hat, Phil. 345, vgl. λόγῳ μάτην θνήσκοντας El. 63; oft bei Eur.; – ὅρα μὴ μάτην κομπος ὁ λόγος εἰρημένος εἴη, Her. 7, 103; ἵνα μὴ μἀτην θαῤῥήσῃς, ohne Grund, Plat. Theaet. 189 d; μάτην οὐδὲν ἔδοξε ῥηθῆναι, Folit. 183 d, öfter, wie bei den Folgdn.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 vainement, en vain, inutilement;
2 vainement, sottement, sans raison, au hasard ; μάτην νοεῖν SOPH avoir l'esprit égaré;
3 vainement, faussement, mensongèrement.
Étymologie: acc. de μάτη.

Russian (Dvoretsky)

μάτην: дор. μάτᾱν (μᾰ) adv. [acc. к μάτη
1 напрасно, безуспешно, бесцельно, без пользы (πονεῖν, ἐρεῖν Aesch.): βλέποντες ἔβλεπον μ. Aesch. глядя, (они) ничего не видели; τὸ μ. ἄχθος Aesch. напрасное бремя;
2 безрассудно (τοὺς κακοὺς μ. χρηστοὺς νομίζειν Soph.; μ. θαρρεῖν Plat.): ὁ νοσῶν μ. Soph. душевнобольной, охваченный безумием;
3 ложно, лживо (εἴτ᾽ ἀληθές, εἴτ᾽ ἄρ᾽ οὖν μ. Soph.): ἄτη ἡ λελεγμένη μ. Soph. ложная весть о несчастьи.

Greek (Liddell-Scott)

μάτην: Δωρ. μάταν, ἐπίρρ., ματαίως, ἀσκόπως, ἀνωφελῶς, Λατ. frustra, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 309, Πινδ. Ο. 1. 133, καὶ παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς καὶ πεζογράφοις· πονεῖς μάτην Αἰσχύλ. Πρ. 44· βλέποντες ἔβλεπον μ. αὐτόθι 447· μ. ἐρεῖν αὐτόθι 1007· μ. ὁ μόχθος ὁ αὐτ. ἐν Χο. 521· μετ’ οὐσιαστ., τὸ μ. ἄχθος, τὸ ἀνωφελὲς φορτίον, ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 165· Διὸς μ. ἄκοιτις, ἡ σύνευνος αὐτοῦ πρὸς οὐδὲν καλὸν τέλος, Σοφ. Τρ. 1149. 2) ἀπερισκέπτως, ἀλόγως, εἰκῇ, Λατ. tenere, ὡς τὸ μάψ, Θέογν. 523, Ἡρόδ. 7. 103· οὐ γὰρ δίκαιον... τοὺς κακοὺς μ. χρηστοὺς νομίζειν Σοφ. Ο. Τ. 609· μ. θαρρεῖν Πλάτ. Θεαίτ. 189D· ὁ νοσῶν μάτην, δηλ. ὁ παράφρων, Σοφ. Αἴ. 635, πρβλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 95. 3) ματαίως, ψευδῶς, falso, λέγοντες εἴτ’ ἀληθές, εἴτ’ ἄρ’ οὖν μάτην Σοφ. Φ. 345· λόγῳ μάτην θνήσκοντες ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 63, πρβλ. 1298, πρβλ. Markl. Ἱκέτ. 127· μ. βέβακεν, ἐπὶ ἐνυπνίου, Αἰσχύλ. Ἀγ. 422· ― Ἐν ἀρχῇ αἰτιατ. τοῦ μάτη, καὶ εὑρίσκομεν: εἰς μάτην ἐν Λουκ. Τραγῳδοπ. 28. 241, Ἀριστείδ. 2. 417.

English (Strong)

accusative case of a derivative of the base of μασσάομαι (through the idea of tentative manipulation, i.e. unsuccessful search, or else of punishment); folly, i.e. (adverbially) to no purpose: in vain.

English (Thayer)

(accusative (cf. Winer's Grammar, 230 (216); Buttmann, § 131,12) of μάτη, equivalent to ματία, a futile attempt, folly, fault), adverb, from Pindar, Aeschylus down, in vain, fruitlessly: Sept..

Greek Monolingual

(ΑM μάτην, Α δωρ. τ. μάταν)
επίρρ.
1. μάταια, άσκοπα, ανώφελα, χωρίς αποτέλεσμα (α. «ἐν σκότῳ καθήμενος ἕψοι μάταν», Πίνδ.
β. «τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην», Αισχύλ.)
2. φρ. «εις μάτην» ή «επί μάτην» — μάταια, άδικα, ανώφελα, του κάκου
αρχ.
1. απερίσκεπτα, αλόγιστα («ἵνα μὴ μάτην θαρρήσῃς», Πλάτ.)
2. ψευδώς
3. φρ. α) «τὸ μάτην ἄχθος» — το ανώφελο φορτίο
β) «Διὸς μάτην ἄκοιτις» — η σύζυγος του Διός προς κακό τέλος
γ) «ὁ νοσῶν μάτην» — ο παράφρων, ο τρελός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επιρρμ. χρήση της αιτ. του θηλ. μάτη «μάταιος κόπος», πρβλ. δίκην (δίκην ληστού) — δίκη.

Greek Monotonic

μάτην: Δωρ. μάταν,
1. επίρρ., ματαίως, ανωφελώς, άσκοπα, Λατ. frustra, σε Ομηρ. Ύμν., Πίνδ. Αττ.· μάτηνμόχθος, ο κόπος πάει στράφι, σε Αισχύλ.· με ουσ., τὸ μάτην ἄχθος, άσκοπη στενοχώρια, στον ίδ.
2. κατά τύχη, χωρίς λόγο, Λατ. temere, σε Θέογν., Ηρόδ., Αττ.· ὁ νοσῶν μάτην, λέγεται για τρελό, σε Σοφ.
3. ανωφελώς, εσφαλμένα, Λατ. falso, στον ίδ.· μάτην βέβακεν, λέγεται για όνειρο, σε Αισχύλ.

Middle Liddell

[from μᾰ́τη]
1. in vain, idly, fruitlessly, Lat. frustra, Hhymn., Pind., attic; μ. ὁ μόχθος in vain the labour, Aesch.; with a Noun, τὸ μ. ἄχθος the fruitless burthen, Aesch.
2. at random, without reason, Lat. temere, Theogn., Hdt., attic; ὁ νοσῶν μ., of a madman, Soph.
3. idly, falsely, Lat. falso, Soph.; μ. βέβακεν, of a dream, Aesch.

Chinese

原文音譯:m£thn 馬田
詞類次數:副詞(2)
原文字根:空虛
字義溯源:徒然,徒勞,枉然;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字比較: (κενῶς)=徒然
出現次數:總共(2);太(1);可(1)
譯字彙編
1) 枉然(1) 可7:7;
2) 徒然(1) 太15:9

English (Woodhouse)

uselessly, vainly, in vain, to no effect

⇢ Look up "μάτην" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)

Translations

unsuccessfully

Czech: neúspěšně; Esperanto: sensukcese; Hungarian: sikertelenül; Russian: безуспешно; Spanish: infructuosamente

in vain

Arabic: عَبَثًا‎; Armenian: զուր, իզուր; Belarusian: дарэмна, дарма, марна; Bulgarian: напразно; Catalan: en va; Chinese Mandarin: 徒然, 白白, 無益, 无益, 徒勞, 徒劳; Chinook Jargon: k'ax̣chi; Czech: neúspěšně; Dutch: tevergeefs, vergeefs; English: in vain, vainly, pointlessly, uselessly; Esperanto: sensolve, vane; Finnish: turhaan, tarpeettomasti, tarpeetta; French: en vain, inutilement; Galician: en balde, en van; German: vergebens, vergeblich; Greek: μάταια, του κάκου, εις μάτην, επί ματαίω; Ancient Greek: ἄκραντα, ἀλεμάτως, ἅλιον, ἁλίως, ἄλλως, ἀνεμώλια, ἀνονήτως, ἀνωφελῶς, ἀπράκτως, ἀσυντελῶς, ἀτελέστως, αὔσιον, αὔτως, ἀχρεῖον, ἀχρήστως, διὰ κενῆς, διακενῆς, διακένως, δωρεάν, εἰκαῖα, εἰκῇ, ἐν κενοῖς, ἐτώσια, ἐτώσιον, ἠλέματα, ἠλεμάτως, ματαίως, μάτην, μάψ, τηνάλλως, τηυσίως, τηϋσίως, φρούδως; Hungarian: hiába, hasztalan, hasztalanul; Icelandic: til einskis, árangurslaus, unnið fyrir gýg; Italian: invano; Japanese: 無益の; Kazakh: бекер; Korean: 헛되이; Kurdish Central Kurdish: باداوە‎; Latin: in cassum, futtile, frustra, in vanum; Malayalam: വൃഥാ, വെറുതെ; Manchu: ᠮᡝᡴᡝᠯᡝ; Maori: parau, paraurehe, huakore; Navajo: chʼééh; Norwegian Bokmål: forgjeves, fånyttes; Nynorsk: forgjeves; Old English: on īdel; Plautdietsch: vejäfs; Polish: daremnie, na darmo, na próżno, bezskutecznie; Portuguese: em vão, inutilmente; Romanian: degeaba, în zadar; Russian: напрасно, зря, даром, тщетно, впустую, всуе, зря, безуспешно, попусту; Serbo-Croatian: ȕzalūd, ȕzalūdno; Slovene: zamàn; Spanish: en vano, en balde, inútilmente; Swedish: förgäves; Tagalog: lihing; Ukrainian: марно, даремно, дарма; Vietnamese: hoài