Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάτην

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: μάτην Medium diacritics: μάτην Low diacritics: μάτην Capitals: ΜΑΤΗΝ
Transliteration A: mátēn Transliteration B: matēn Transliteration C: matin Beta Code: ma/thn

English (LSJ)

Dor. μάτᾱν [μᾰ], Adv.

   A in vain, h.Cer.308, Pi.O.1.83, etc.; μὴ πόνει μ. A.Pr.44; βλέποντες ἔβλεπον μ. ib.447; μ. ἐρεῖν ib.1007; with a Noun, τὸ μ. ἄχθος the fruitless burden, Id.Ag.165 (lyr.); Διὸς μ. ἄκοιτις his bedfellow to no good end, S.Tr.1149: as predicate, μ. ὁ μόχθος A.Ch.521.    2 at random, without reason, οὔ σε μ. τιμῶσι Thgn.523; ὅρα μὴ μ. κόμπος ὁ λόγος ᾖ Hdt.7.103, cf. E.Supp. 127; οὐ γὰρ δίκαιον… τοὺς κακοὺς μ. χρηστοὺς νομίζειν S.OT609; ἵνα μὴ μ. θαρρήσῃς Pl.Tht.189d; ὁ νοσῶν μ., i.e. he that is mad, S.Aj.635 (lyr.), cf. Ar.Pax 95 (anap.).    3 idly, falsely, λέγοντες εἴτ' ἀληθές, εἴτ' ἄρ' οὖν μ. S.Ph.345; λόγῳ μάτην θνῄσκοντες Id.El.63, cf. 1298; μ. βέβακεν, of a dream, A.Ag.423 (lyr.).—Originally acc. of μάτη, and we find εἰς μάτην in Luc.Trag.28,241, Aristid.Or.33(51).3; ἐπὶ μ. POxy.530.8 (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 101] (s. das Vor.), vergeblich, umsonst, ohne Erfolg; H. h. Cer. 309; ἀνώνυμον γῆρας ἕψοι μά. ταν, Pind. Ol. 1, 83; τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην, Aesch. Prom. 44, wie 342; μάταν τὰ πολλὰ βέλεα ἦλθε Pers. 260, öfter, wie auch Soph., μάτην εἰρήσεται O. R. 365, μάτην γὰρ οὐδὲν ἀξίωμα δαιμόνων ἔχω φράσαι O. C. 1452; auch Ἀλκμήνην Διὸς μάτην ἄκοιτιν, Trach. 1139, d. h. der es nicht gefrommt, daß sie Zeus' Gattinn war; auch im Ggstz von ἀληθές, was nur den nichtigen Schein hat, Phil. 345, vgl. λόγῳ μάτην θνήσκοντας El. 63; oft bei Eur.; – ὅρα μὴ μάτην κομπος ὁ λόγος εἰρημένος εἴη, Her. 7, 103; ἵνα μὴ μἀτην θαῤῥήσῃς, ohne Grund, Plat. Theaet. 189 d; μάτην οὐδὲν ἔδοξε ῥηθῆναι, Folit. 183 d, öfter, wie bei den Folgdn.

Greek (Liddell-Scott)

μάτην: Δωρ. μάταν, ἐπίρρ., ματαίως, ἀσκόπως, ἀνωφελῶς, Λατ. frustra, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 309, Πινδ. Ο. 1. 133, καὶ παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς καὶ πεζογράφοις· πονεῖς μάτην Αἰσχύλ. Πρ. 44· βλέποντες ἔβλεπον μ. αὐτόθι 447· μ. ἐρεῖν αὐτόθι 1007· μ. ὁ μόχθος ὁ αὐτ. ἐν Χο. 521· μετ’ οὐσιαστ., τὸ μ. ἄχθος, τὸ ἀνωφελὲς φορτίον, ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 165· Διὸς μ. ἄκοιτις, ἡ σύνευνος αὐτοῦ πρὸς οὐδὲν καλὸν τέλος, Σοφ. Τρ. 1149. 2) ἀπερισκέπτως, ἀλόγως, εἰκῇ, Λατ. tenere, ὡς τὸ μάψ, Θέογν. 523, Ἡρόδ. 7. 103· οὐ γὰρ δίκαιον... τοὺς κακοὺς μ. χρηστοὺς νομίζειν Σοφ. Ο. Τ. 609· μ. θαρρεῖν Πλάτ. Θεαίτ. 189D· ὁ νοσῶν μάτην, δηλ. ὁ παράφρων, Σοφ. Αἴ. 635, πρβλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 95. 3) ματαίως, ψευδῶς, falso, λέγοντες εἴτ’ ἀληθές, εἴτ’ ἄρ’ οὖν μάτην Σοφ. Φ. 345· λόγῳ μάτην θνήσκοντες ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 63, πρβλ. 1298, πρβλ. Markl. Ἱκέτ. 127· μ. βέβακεν, ἐπὶ ἐνυπνίου, Αἰσχύλ. Ἀγ. 422· ― Ἐν ἀρχῇ αἰτιατ. τοῦ μάτη, καὶ εὑρίσκομεν: εἰς μάτην ἐν Λουκ. Τραγῳδοπ. 28. 241, Ἀριστείδ. 2. 417.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 vainement, en vain, inutilement;
2 vainement, sottement, sans raison, au hasard ; μάτην νοεῖν SOPH avoir l’esprit égaré;
3 vainement, faussement, mensongèrement.
Étymologie: acc. de μάτη.

English (Strong)

accusative case of a derivative of the base of μασσάομαι (through the idea of tentative manipulation, i.e. unsuccessful search, or else of punishment); folly, i.e. (adverbially) to no purpose: in vain.

English (Thayer)

(accusative (cf. Winer s Grammar, 230 (216); Buttmann, § 131,12) of μάτη, equivalent to ματία, a futile attempt, folly, fault), adverb, from Pindar, Aeschylus down, in vain, fruitlessly: Sept..

Greek Monolingual

(ΑM μάτην, Α δωρ. τ. μάταν)
επίρρ.
1. μάταια, άσκοπα, ανώφελα, χωρίς αποτέλεσμα (α. «ἐν σκότῳ καθήμενος ἕψοι μάταν», Πίνδ.
β. «τὰ μηδὲν ὠφελοῡντα μὴ πόνει μάτην», Αισχύλ.)
2. φρ. «εις μάτην» ή «επί μάτην» — μάταια, άδικα, ανώφελα, του κάκου
αρχ.
1. απερίσκεπτα, αλόγιστα («ἵνα μὴ μάτην θαρρήσῃς», Πλάτ.)
2. ψευδώς
3. φρ. α) «τὸ μάτην ἄχθος» — το ανώφελο φορτίο
β) «Διὸς μάτην ἄκοιτις» — η σύζυγος του Διός προς κακό τέλος
γ) «ὁ νοσῶν μάτην» — ο παράφρων, ο τρελός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επιρρμ. χρήση της αιτ. του θηλ. μάτη «μάταιος κόπος», πρβλ. δίκην (δίκην ληστού) — δίκη.

Greek Monotonic

μάτην: Δωρ. μάταν,
1. επίρρ., ματαίως, ανωφελώς, άσκοπα, Λατ. frustra, σε Ομηρ. Ύμν., Πίνδ. Αττ.· μάτηνμόχθος, ο κόπος πάει στράφι, σε Αισχύλ.· με ουσ., τὸ μάτην ἄχθος, άσκοπη στενοχώρια, στον ίδ.
2. κατά τύχη, χωρίς λόγο, Λατ. temere, σε Θέογν., Ηρόδ., Αττ.· ὁ νοσῶν μάτην, λέγεται για τρελό, σε Σοφ.
3. ανωφελώς, εσφαλμένα, Λατ. falso, στον ίδ.· μάτην βέβακεν, λέγεται για όνειρο, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

μάτην: дор. [[μάταν |μάτᾱν]] (μᾰ) adv. [acc. к μάτη
1) напрасно, безуспешно, бесцельно, без пользы (πονεῖν, ἐρεῖν Aesch.): βλέποντες ἔβλεπον μ. Aesch. глядя, (они) ничего не видели; τὸ μ. ἄχθος Aesch. напрасное бремя;
2) безрассудно (τοὺς κακοὺς μ. χρηστοὺς νομίζειν Soph.; μ. θαρρεῖν Plat.): ὁ νοσῶν μ. Soph. душевнобольной, охваченный безумием;
3) ложно, лживо (εἴτ᾽ ἀληθές, εἴτ᾽ ἄρ᾽ οὖν μ. Soph.): ἄτη ἡ λελεγμένη μ. Soph. ложная весть о несчастьи.

Middle Liddell

[from μά˘τη]
1. in vain, idly, fruitlessly, Lat. frustra, Hhymn., Pind., attic; μ. ὁ μόχθος in vain the labour, Aesch.; with a Noun, τὸ μ. ἄχθος the fruitless burthen, Aesch.
2. at random, without reason, Lat. temere, Theogn., Hdt., attic; ὁ νοσῶν μ., of a madman, Soph.
3. idly, falsely, Lat. falso, Soph.; μ. βέβακεν, of a dream, Aesch.

Chinese

原文音譯:m£thn 馬田
詞類次數:副詞(2)
原文字根:空虛
字義溯源:徒然,徒勞,枉然;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字比較: (κενῶς)=徒然
出現次數:總共(2);太(1);可(1)
譯字彙編
1) 枉然(1) 可7:7;
2) 徒然(1) 太15:9