Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δύστροπος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δύστροπος Medium diacritics: δύστροπος Low diacritics: δύστροπος Capitals: ΔΥΣΤΡΟΠΟΣ
Transliteration A: dýstropos Transliteration B: dystropos Transliteration C: dystropos Beta Code: du/stropos

English (LSJ)

ον, (τρόπος)

   A ill-conditioned, surly, peevish, δ. γυναικῶν ἁρμονία E.Hipp.161; δύσκολος καὶ δ. D.6.30, Ph.1.621; δ. καὶ σκυθρωπαὶ φύσεις Plu.2.361b. Adv. δυστρόπως, λογιστεύειν Philostr.VS1.19.2.

German (Pape)

[Seite 689] schwer zu wenden, unbiegsam, starrsinnig; Eur. Hipp. 163; καὶ δύσκολος Dem. 6, 30 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δύστροπος: -ον, δυσκόλως τρεπόμενος, δύσκολος, κακότροπος, δ. γυναικῶν ἁρμονία Εὐρ. Ἱππ. 161· δύσκολος καὶ δ. Δημ. 73. 4. ― Ἐπίρρ. -πως, Φιλόστρ. 512.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
d’un caractère difficile, intraitable.
Étymologie: δυσ-, τρόπος.

Spanish (DGE)

-ον
I 1de pers. de mal carácter, arisco, intratable τᾷ δυστρόπῳ γυναικῶν ἁρμονίᾳ ... συνοικεῖν cohabitar con la intratable condición de las mujeres E.Hipp.161, ὅτεῳ μὴ διαμένουσιν ἐπὶ πολλὸν οἱ πειραθέντες φίλοι, δ. Democr.B 100, ἐγὼ ... δ. καὶ δύσκολός εἰμι D.6.30, cf. Plu.Comp.Dem.Cic.1, Philostr.VS 508, δεσπότης Ph.1.621, πρεσβύτης Aesop.107, ἀηδὴς καὶ δ. Philostr.VS 541, cf. Gr.Naz.Ep.246.2
subst. τὸ φύσει δύσκολον καὶ δ. Ph.2.258, τὸ ἐν αὐτῷ δ. Philostr.VS 581, τὸ δ. τοῦ προσώπου Philostr.VA 7.28.
2 de pers. maligno, malvado φύσεις ... δύστροποι δὲ καὶ σκυθρωπαί Xenocrates 229, ἀλάστορες Plu.2.417d, δ. καὶ λυπηρά Vett.Val.376.14, τις ... δ., σκολιός Pall.V.Chrys.16.131, μύστης Chr.Pat.140, ἡ μητρυιά Sopat.Rh.Tract.29.11.
3 de abstr. difícil de tratar subst. τὸ δ. τῶν τοιούτων ὑποθέσεων Philostr.VS 542.
4 de la enfermedad de mala índole, maligna λοιμώδης καὶ δ. ἀρρωστία Gr.Nyss.Eun.3.3.29, cf. Ep.13.1, Alex.Trall.1.553, ἡ χρονία καὶ δ. διάθεσις Alex.Trall.1.499.
II adv. -ως
1 de mala manera ὅσα ... δ. ἐχόμενα PMasp.295.1.11 (biz.), cf. Poll.3.132.
2 malévola, maliciosamente λογιστεύειν Philostr.VS 512, σεσιγήκασιν Cyr.Al.Luc.1.212.5.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δύστροπος, -ον)
ιδιότροπος, κακότροπος, στρυφνός
νεοελλ.
απρόθυμος
μσν.
κακός, άσχημος.

Greek Monotonic

δύστροπος: -ον (τρέπω), δύσκολος ως προς την περιστροφή, ανάποδος, δύσκολος, κακότροπος, ιδιόρρυθμος, σε Ευρ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

δύστροπος: своенравный, упрямый Eur., Dem., Plut.

Middle Liddell

δύσ-τροπος, ον τρέπω
hard to turn, intractable, Eur., Dem.