στροβελός

From LSJ
Revision as of 12:32, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)

μαλακίζομαι πρὸς τὸν θάνατον → meet death like a weakling

Source

German (Pape)

[Seite 954] = στροβιλός, στρεβλός, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

στροβελός: «σοβαρός, τρυφερός», καὶ «σκολιός, καμπύλος» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-όν, Α στρόβος
(κατά τον Ησύχ.)
1. «σοβαρός, τρυφερός»
2. (το ουδ.) στροβελόν
«σκολιόν, καμπύλον».