συμφώνημα
From LSJ
ἐν πίθῳ ἡ κεραμεία γιγνομένη → trying to run before you can walk, the potter's art starting on a big jar
ἐν πίθῳ ἡ κεραμεία γιγνομένη → trying to run before you can walk, the potter's art starting on a big jar
Full diacritics: συμφώνημα | Medium diacritics: συμφώνημα | Low diacritics: συμφώνημα | Capitals: ΣΥΜΦΩΝΗΜΑ |
Transliteration A: symphṓnēma | Transliteration B: symphōnēma | Transliteration C: symfonima | Beta Code: sumfw/nhma |
ατος, τό, A agreement, PFlor.379.7 (ii A.D.), Sch.Th.7.33; watchword, token, Sch.E.Or.1130.
συμφώνημα: τό, συμφωνία, τὸ συμφωνηθέν, Σχόλ. εἰς Θουκ. 7. 33, Εὐρ. Ὀρ. 1130.
τὸ, Α συμφωνῶ
1. συμφωνία
2. σημείο αναγνώρισης, σημάδι.
τὸ, Α συμφωνῶ
1. συμφωνία
2. σημείο αναγνώρισης, σημάδι.