Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμφωνία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συμφωνία Medium diacritics: συμφωνία Low diacritics: συμφωνία Capitals: ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Transliteration A: symphōnía Transliteration B: symphōnia Transliteration C: symfonia Beta Code: sumfwni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A concord or unison of sound, τὴν ἐν τῇ ᾠδῇ ἁρμονίαν, ἢ δὴ σ. καλεῖται Pl.Cra.405d; ἡ γὰρ ἁρμονία σ. ἐστί, σ. δὲ ὁμολογία τις Id.Smp.187b, cf. R.430e; λόγος ἀριθμῶν ἐν ὀξεῖ ἢ βαρεῖ Arist.AP0.90a18, cf. de An.426a29; κρᾶσίς ἐστι λόγον ἐχόντων ἐναντίων πρὸς ἄλληλα Id.Pr.921a2.    2 of two sounds only, musical concord, accord, such as the fourth, fifth, and octave, Pl.R.531a, 531c; ἡ διὰ πασῶν σ. Arist.Pr.921a13, cf. Hp.Vict.1.8; distd. from mere ὁμοφωνία, Arist.Pol.1263b35.    3 harmonious union of many voices or sounds, concert, οἱ τῶν σ. λόγοι, the Pythag. doctrine of the music of the spheres, Id.Cael.290b22, cf. IG14.793 (Naples).    II metaph., harmony, agreement, Pl.Lg.689d, Arist.Pol.1334b10; σ. τις καὶ ἰσότης Thphr.Fr.89.8; σ. τῷ λόγῳ Pl.R.401d; σ. [τῆς ψυχῆς] ἑαυτῇ Id.Ti.47d; μείξας πάντα κατὰ συμφωνίαν, of a cook, Damox.2.54; unanimily, σ. τῶν ἱστορησάντων Gal.15.134; opp. διαφωνία, ib. 440; concordance, of theory with observed fact, ἔχειν τοῖς φαινομένοις σ. Epicur.Ep.2p.36U., cf. Phld.Mort.10; also ἡ πρὸς τὰ πάθη σ. Polystr.p.15 W.: in concrete sense, ἡ σ., = τὸ συμπεφωνημένον (cf. συμφωνέω 11.2), the amount agreed upon, Ostr.364 (i A.D.).    III band, orchestra, Ἑλληνικά 1.19 (Gytheum, i A.D.), PFlor.74.5 (ii A.D.), POxy.1275.9 (iii A.D.), and so perh. in Plb.26.1.4, 30.26.8, but used of a musical instrument in LXXDa.3.5; so Lat. symphonia, of a kind of drum, Isid.Etym.3.22.14, but of a wind instrument, Plin.HN8.157; symphoniae et cymbala strepitusque, Cels.3.18.10; ἤκουσε συμφωνίας καὶ Χορῶν Ev.Luc.15.25.

German (Pape)

[Seite 994] ἡ, wie συμφώνησις, das Zusammenstimmen, -klingen, der Einklang, Plat. Conv. 187 b; ξυμφωνίᾳ τινὶ καὶ ἁρμονίᾳ προσέοικε, Rep. IV, 430 e, u. öfter, auch übertr. – In der alten Musik: 1) die drei Consonanzen der Quarte, Quinte u. Octave, διὰ τεσσάρων, διὰ πέντε, διὰ πασῶν, sc. χορδῶν, die dah. zusammen τὰ σύμφωνα heißen, wäh-rend die übrigen Intervalle, welche zur ἐμμέλεια gehören, ἐμμελῆ genannt werden, vgl. Plut. de ει ap. Delph. 10. – 2) ein Concert (von mehrern Stimmen oder Instrumenten im Einklang), μετὰ κερατίου καὶ συμφωνίας, Pol. 26, 10, 5.

Greek (Liddell-Scott)

συμφωνία: ἡ, ἁρμονία ἤχου, ὁμοφωνία, τὴν ἐν ᾠδῇ ἁρμονίαν, ἣ δὴ σ. καλεῖται Πλάτ. Κρατ. 405D· ἡ γὰρ ἁρμονία σ. ἐστί, σ. δὲ ὁμολογία τις ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 187Β, πρβλ. Πολ. 430Ε· λόγος ἀριθμῶν ἐν ὀξεῖ ἢ βαρεῖ Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 2, 3, πρβλ. π. Ψυχ. 3. 2, 11· συμφ. κρᾶσίς ἐστι λόγων ἐχόντων ἐναντίως πρὸς ἄλληλα ὁ αὐτ. ἐν Προβλ. 19. 38. 2) κυρίως ἐπὶ δύο μόνον ἤχων ἢ φθόγγων, μουσικὴ συμφωνία, ἁρμονία, οἷον ἡ τετάρτη, ἡ πέμπτη καὶ ἡ ὀγδόη (ἴδε ἐν λέξ. διαπασῶν), Πλάτ. Πολ. 531Α, C, Ἀριστ. Προβλ. 19. 39, κτλ.· διακρίνεται δὲ ἀπὸ τῆς ἁπλῆς ὁμοφωνίας, ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 2. 5, 14, Πλούτ. 2. 389D· πρβλ. Λεξικ. τῶν Ἀρχαιοτ. σ. 593. 3) ἡ ἁρμονικὴ ἕνωσις πολλῶν ὁμοῦ φωνῶν ἢ ἤχων, συναυλία (concert), οἱ τῶν σ. λόγοι, ἡ Πυθαγ. θεωρία τῆς μουσικῆς ἁρμονίας τῶν κύκλῳ φερομένων οὐρανίων σωμάτων, Ἀριστ. π. Οὐραν. 2. 9, 3. ΙΙ. μεταφορ., ἁρμονία, συμφωνία, Πλάτ. Νόμ. 689D, Ἀριστ. Πολιτ. 7. 15, 7· σ. τῷ λόγῳ Πλάτ. Πολ. 401D· ξ. τῆς ψυχῆς ἑαυτῇ ὁ αὐτ. ἐν Τίμ. 47D· μίξας πάντα κατὰ συμφωνίαν, ἁρμονικῶς καὶ συμμέτρως, ἐπὶ μαγείρου, Δαμόξεν. ἐν «Συντρόφοις» 1. 54· πρβλ. συμφωνέω ΙΙ. ΙΙΙ. πιθαν. ὡς ὄνομα μουσικοῦ ὀργάνου, Πολύβ. 26. 10, 5, πρβλ. 31. 4. 8, Διοδ. Ἐκλογ. σ. 577· οὕτω παρὰ τῷ Prudent. symphonia φαίνεται ὅτι σημαίνει τὸ Αἰγυπτιακὸν σεῖστρον, sistrum, ἴδε Ἰσιδ. Ἐτυμ. 3. 22, Δουκάγγ. ἐν λέξ. symphonia.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
accord de voix ou de sons.
Étymologie: σύμφωνος.

English (Strong)

from σύμφωνος; unison of sound ("symphony"), i.e. a concert of instruments (harmonious note): music.

English (Thayer)

συμφωνίας, ἡ (σύμφωνος) (from Plato down), music: Polybius 28,10, 5; (plural of 'the music of the spheres,' Aristotle, de caelo 2,9, p. 290b, 22; others.))

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ σύμφωνος
1. συνταύτιση φωνών ή ήχων
2. (κατ' επέκτ.) αρμονική ένωση πολλών φωνών ή ήχων, αρμονία, σε αντιδιαστολή με την παραφωνία
3. ομοιότητα ή ταύτιση γνωμών ή ενεργειών, ομοφωνία (α. «συμφωνία αντιλήψεων» β. «συμφωνίαν δὲ εῑναι ὁμοδογματίαν περὶ τῶν κατὰ βίον», Ηρωδιαν.)
4. συνομολόγηση σύμβασης, ιδίως εμπορικής
5. η ίδια η σύμβαση, ιδιωτικό συμβόλαιο, συμφωνητικό
νεοελλ.
1. μουσ. μεγάλης έκτασης μορφή μουσικής σύνθεσης για ορχήστρα που αποτελείται συνήθως από αριθμό εκτεταμένων τμημάτων, από τα οποία ένα τουλάχιστον χρησιμοποιεί τη φόρμα σονάτα
2. όρος σύμβασης («δέχθηκε με τη συμφωνία να μην γίνει άλλη αύξηση»)
3. ομοιότητα ή ταύτιση ιδιοτήτων («συμφωνία χαρακτήρων»)
4. διεθν. δίκ. σύμβαση μεταξύ κρατών, συνθήκη
5. γεωλ. διάταξη ιζηματογενών πετρωμάτων κατά παράλληλες σειρές
6. φρ. α) «συμφωνία κυρίων»
i) μορφή συμφωνίας μεταξύ κρατών, μη γραπτή συνήθως και βασισμένη στον λόγο τιμής τών εκπροσώπων τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν προσωπικά τη δέσμευση της εκτέλεσης του περιεχομένου της συμφωνίας από τα κράτη τους
ii) (οικον.) η πιο χαλαρής μορφής συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία γίνεται άτυπα και προφορικά μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρηματιών ή κορυφαίων διοικητικών στελεχών τους και στηρίζεται στον λόγο της τιμής τους
β) «συμφωνία ταμείου» — η αριθμητική σύμπτωση ανάμεσα στα μετρητά που βρίσκονται στο χρηματοκιβώτιο του ταμία και στο βιβλίο του ταμείου
αρχ.
1. σύνολο αρμονικά ηχούντων οργάνων, ορχήστρα
2. είδος κρουστού ή πνευστού μουσικού οργάνου
3. συνήχηση διαστημάτων ευχάριστη στην ακοή, σε αντιδιαστολή με τη διαφωνία
4. αρμονία μεταξύ της θεωρίας και του υπό εξέταση γεγονότος («ἔχειν τοῑς φαινομένοις συμφωνίαν», Επίκ.)
5. φρ. «ἡ διὰ πασῶν συμφωνία» — η διαπασών.

Greek Monotonic

συμφωνία: ἡ,
I. συνήχηση, αρμονία ήχου, ομοτονία, αρμονία, συγχορδία, σε Πλάτ.
II. μεταφ., συναίνεση, ομοφωνία, ομοψυχία, σύμπνοια, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

συμφωνία:
1) созвучие, стройное звучание, стройность (ἐν ᾠδῇ Plat.): σ. (ἐστὶ) λόγος ἀριθμῶν Arst. созвучие есть числовое соотношение;
2) созвучность, согласованность, согласие: σ. τινὸς ἑαυτῷ Plat. внутренняя согласованность чего-л.;
3) симфония (род ударного музыкального инструмента у египтян, парфян и др.) Polyb., Diod., Plut.;
4) pl. музыка или пение (συμφωνίαι καὶ χοροί NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συμφωνία -ας, ἡ, Att. ook ξυμφωνία [σύμφωνος] samenklank, harmonie, akkoord; uitbr. muziek:. ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν hoorde hij muziek en gedans NT Luc. 15.25. overdr. harmonie, overeenstemming:. σ. ἑαυτῇ harmonie met zichzelf Plat. Tim. 47d.

Middle Liddell

συμφωνία, ἡ, [from συμφωνέω
I. concord or unison of sound, Plat.
II. metaph. harmony, agreement, Plat.

Chinese

原文音譯:sumfwn⋯a 沁-賀你阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:共同-聲音
字義溯源:聲音和諧,交響樂,作樂的聲音,音樂;源自(σύμφωνος)=共同發聲,和諧),由(σύν / συνεπίσκοπος)*=一同)與(φωνή)*=聲音)組成
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 作樂的聲音(1) 路15:25