ὀστεολόγος
From LSJ
γυναικόφρων γὰρ θυμὸς ἀνδρὸς οὐ σοφοῦ → it's an unwise man who shows a woman's spirit
English (LSJ)
ον, A extracting bones: -λόγον, τό, a surgical instrument, Hp.Mul.1.70.
German (Pape)
[Seite 398] Knochen sammelnd (?).
Greek Monolingual
ο, η (Α ὀστεολόγος, -ον)
νεοελλ.
επιστήμονας που ασχολείται συστηματικά με την οστεολογία
αρχ.
1. αυτός που εξάγει οστά
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὀστεολόγον
είδος χειρουργικού εργαλείου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀστέον / ὀστοῦν + -λόγος].