μνωόμενος
From LSJ
οὐκ ἔστι λέουσι καὶ ἀνδράσιν ὅρκια πιστά → there are no pacts between lions and men, between lions and men there are no oaths of faith, there can be no covenants between men and lions
English (LSJ)
v. μνάομαι.
Greek (Liddell-Scott)
μνωόμενος: μνώοντο, ἴδε ἐν λέξ. μνάομαι.
French (Bailly abrégé)
part. prés. épq. de μνάομαι.
English (Autenrieth)
see μιμνήσκω.
Greek Monotonic
μνωόμενος: Επικ. αντί μνώμενος, μτχ. του μνάομαι· μνώοντο, αντί ἐμνῶντο.
Russian (Dvoretsky)
μνωόμενος: эп. part. к μνάομαι I.