ἐλαφρότης
From LSJ
Γέρων ἐραστὴς ἐσχάτη κακὴ τύχη → Senex amator ultimum infortunium → Das größte Unglück ist ein greiser Liebhaber
English (LSJ)
ητος, ἡ,= ἐλαφρία,
A lightness, nimbleness, Pl.Lg.795e, Plu.Lyc.17,al.
German (Pape)
[Seite 792] ητος, ἡ, Leichtigkeit, Behendigkeit, Plat. Legg. VII, 795 e.
Greek (Liddell-Scott)
ἐλαφρότης: -ητος, ἡ, ὡς καὶ νῦν, ἐλαφρότητός τε ἕνεκα καὶ κάλλους τῶν τοῦ σώματος αὐτοῦ μελῶν Πλάτ. Νόμ. 795Ε πρβλ. ἐλαφρία.