Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕνεκα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἕνεκα Medium diacritics: ἕνεκα Low diacritics: ένεκα Capitals: ΕΝΕΚΑ
Transliteration A: héneka Transliteration B: heneka Transliteration C: eneka Beta Code: e(/neka

English (LSJ)

Il.1.110, etc., or ἕνεκεν (twice in Hom., Od.17.288,310, rare in Trag., as E.Med.999 (lyr.), and early Prose, Th.6.2, X.HG2.1.14, Pl.Smp.210e; in Com., Men.Epit.330; twice in fourth-cent. Att. Inscrr., IG2.987A2, 611b13, but prevalent in later Inscrr., cf. SIG 577.7 (Milet., iii/ii B.C.); in late Prose, Sch.Pi.O.7.10), Ep., Ion., and poet. εἵνεκα (also in Pl., Lg.778d, al.), or εἵνεκεν (both forms in Hdt. and Hp. and not uncommon in codd. of later writers;

   A εἵνεκεν B.12.136, Pi.I.8(7).35 codd.; εἵνεκε Aret.CA1.2, f.l. in Hdt.7.133): ἕνεκε SIG333.14 (Samos, iv B.C.), Supp.Epigr.1.351.10 (ibid.), CIG 3655.18 (Cyzicus, iii/ii B.C.): Aeol. ἔννεκα Alc.Supp.9.1, IG12(2).258.8 (Lesbos, i A.D.), but ἔνεκα ib. 11(4).1064b32 (Delos), 12(1).645a38 (Nesus): late ἕνεκον JHS37.108 (Lydia), etc.:—Prep. with gen., usu. after its case; also before, Il.1.94, B.12.136, Hdt.3.122, etc. When it follows its case, it is sometimes separated from it by several words, as in Hdt.1.30, D.20.88, etc.    1 on account of, Τρώων πόλιν . . ἧς εἵνεκ' ὀϊζύομεν κακὰ πολλά Il.14.89, etc.; ὕβριος εἵνεκα τῆσδε 1.214; τοῦδ' ἕνεκα for this, ib.110; ὧν ἕ. wherefore, 20.21; τίνος ἕ. βλάβης; A.Fr.181; παῖσαι ἄνδρας ἕνεκεν ἀταξίας X.An. 5.8.13; στεφανοῦσθαι ἀρετῆς ἕνεκα Aeschin.3.10; for the sake of, τοῦ ἕ.; Pl.Prt.31cb; τῶν δὲ εἵνεκα, ὅκως... or ἵνα... Hdt.8.35,40; κολακεύειν ἕ. μισθοῦ X.HG5.1.17; διὰ νόσον ἕ. ὑγιείας by reason of sickness for the sake of health, Pl.Ly.218e, cf. Smp.185b; τὸ οὗ ἕ. the final cause, Arist.Ph.194a27, Metaph.983a31; τὸ οὗ ἕνεκεν Id.Ph.243a3, Metaph.1059a35.    2 as far as regards, ἐμοῦ γ' ἕνεκα as far as depends on me, Ar.Ach.386, D.20.14; τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν Hdt. 1.42; εἵνεκεν χρημάτων as for money, Id.3.122, etc.; ἕνεκά γε φιλονικίας Pl.R.548d, cf. 329b; ἐμπειρίας μὲν ἄρα ἕ. ib.582d; ὁμοῖοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν ἕνεκά γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν X.Mem.4.3.3.    3 in consequence of, εἵνεκα τέχνας by force of art, AP9.729.    4 pleon., ἀμφὶσοὔνεκα S.Ph.554codd.; ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕ. as far as shouting went, Th.8.92, X.HG2.4.31; τίνος χάριν ἕ.; Pl.Lg.701d, cf.Plt.302b.    II Conj., for οὕνεκα (q.v.), because, h.Ven.199, Call.Aet.3.1.6,Fr.287.    2 εἵνεκεν, = ὁθούνεκα, that, Pi.I.8(7).35 codd.

German (Pape)

[Seite 837] ep. u. ion. εἵνεκα, doch auch Aesch. Suppl. 185 Prom. 345 u. einzeln in Prosa, wie Dem. 1, 28 Plat. Legg. VI, 768 d u. Sp.; ἕνεκεν, sowohl bei Dichtern als in att. Prosa, εἵνεκεν Her. u. Pind.; äol. ἕννεκα, Inscr. 2183; – 1) wegen; zur Bezeichnung einer Absicht, eines Zweckes, zur Angabe einer Veranlassung od. Ursache; Hom. u. Folgde überall, gew. dem abhängigen Worte nachgesetzt, doch auch vorstehend, ἐπιμέμφεται ἕνεκα ἀρητῆρος Il. 1, 94; so Plat. Gorg. 499 e Xen. An. 5, 4, 19 Is. 7, 37 Din. 2, 5 u. bes. in den unter 21 erwähnten Fällen; μάχεσθαι εἵνεκα κούρης Iliad. 2, 377; εἵνεκ' ἐμεῖο μένειν, um meinetwillen, 1, 173; Ἑλένης ἕνεκα Aesch. Ag. 774. Genauer für die erste Bdtg beschränkt es Plat. Lys. 218 d, wo entgegengesetzt wird, der Kranke sei ein Freund des Arztes, διὰ νόσον ἕνεκα ὑγιείας, weil er krank ist, um gesund zu werden; τοῦ ἕνεκα, weswegen, in welcher Absicht, Plat. Prot. 310 b; ἀρετῆς ἕνεκα καὶ τοῦ βελτίων γενέσθαι, um besser zu werden, Conv. 185 b; κολακεύειν ἕνεκα μισθοῦ, um des Soldes willen, Xen. Hell. 5, 1, 17; τῶν δ' εἵνεκα ἵνα –, ὅκως –, in der Absicht, damit, Her. 8, 35. 40. 76; pleonastisch ἀμφὶ σοὔνεκα Soph. Phil. 550; τίνος δὴ χάριν ἕνεκα ταῦτα ἐλέχθη Plat. Legg. III, 701 d, wie Phocyl. 188; über ἀπὸ βοῆς ἕνεκα s. ἀπό. – 2) in Ansehung, was anbetrifft, oft mit γέ verbunden u. gew. voranstehend; τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν, soviel am Hüter liegt, Her. 1, 42; εἵνεκέν γε χρημάτων, wenn es nur auf Geld ankommt, Her. 3, 122; ἕνεκά γε φιλονεικίας Plat. Rep. VIII, 548 d; ἐμπειρίας μὲν ἄρα ἕνεκα κάλλιστα τῶν ἀνδρῶν κρίνει, wenn es nur auf Erfahrung ankommt, von Seite der Erfahrung, ib. IX, 582 d, vgl. Phaedr. 272 b ἕνεκα μὲν πείρας ἔχοιμ' ἄν, ἀλλ' οὔτι νῦν γε οὕτως ἔχω u. Rep. I, 329 b κἂν ἐγὼ τὰ αὐτὰ ἐπεπόνθη ἕνεκά γε γήρως, wenigstens dem Alter nach; ἕνεκα ἀναιδείας ἑτοίμως πᾶν ἔργον ποιῆσαι δοκεῖ Dem. 24, 65; vgl. Xen. Cyr. 3, 2, 30; ἐμοῦ γε ἕνεκα, wenn es auf mich ankommt, meinethalben, εἰ πάνυ χρηστός ἐστιν, ὡς ἐμοῦ γε ἕν. ἔστιν Dem. 20, 14; ἕνεκά γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν, wenns auf unsere Augen ankäme, trotz unserer Augen, Xen. Mem. 4, 3, 3. – Ἕνεκα für οὕνεκα, weil, Pind. I. 7, 33 u. def. bei sp. D., wird schon von Apollon. B. A. p. 505 getadelt; s. Ap. Rh. 4, 1523 Wellauer u. Bast zu Greg. Cor. p. 899; vgl. auch οὕνεκα.

Greek (Liddell-Scott)

ἕνεκα: ἢ ἕνεκεν (τὸ τελευταῖον σπάνιον παρὰ Τραγ., Εὐρ. Μήδ. 999, 1086, 1114, καὶ ἔτι σπανιώτερον παρὰ πεζογράφοις), Ἰωνικ. καὶ ποιητ. εἵνεκα ἢ εἵνεκεν: ἕνεκε Λακων. Ἐπιγρ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 1347, 1404. Κυζ. αὐτόθι 3655. 18, Αἰολ. ἕννεκα αὐτόθι 2183· πρβλ. οὕνεκα: - Πρόθ. μετὰ γεν., κατὰ τὸ πλεῖστον μετὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξηρτημένην πτῶσιν, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ πρὸ αὐτῆς, ὡς ἐν Ἰλ. Η. 94 ἀλλ’ ἕνεκ’ ἀρητῆρος, καὶ Β. 377 εἵνεκα κούρης, καὶ παρὰ τοῖς μετέπειτα συγγραφ., ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν νῦν. 1) ἐξ αἰτίας τινός, χάριν τινός, ἕνεκα, Λατ. gratia, causa, Τρώων πόλιν..., ἧς εἵνεκ’ ὀϊζύομεν κακά πολλὰ Ἰλ. Ξ. 89, κτλ.· ὕβριος εἵνεκα τῆσδε Α. 214· τοῦδ’ ἕνεκα, ἕνεκα τούτου, αὐτόθι 110· ὧν ἕνεκα Υ. 21· τίνος ἕνεκα; Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 180· τοῦ ἕνεκα; Πλάτ. Πρωτ. 310Β (πρβλ. οὕνεκα)· τῶν δὲ εἵνεκα ὅκως..., ἢ ἵνα..., Ἡρόδ. 8. 35. 40· κολακεύειν ἕνεκα μισθοῦ Ξεν. Ἑλλην. 5. 1. 17· διὰ νόσον ἕνεκα ὑγιείας, ἐξ αἰτίας νόσου χάριν ὑγείας, Πλάτ. Λύσ. 218D, πρβλ. Συμπ. 185Β· τὸ οὗ ἕνεκα (οὐδέποτε τὸ οὗ ἕνεκεν), τὸ τελικὸν αίτιον, Ἀριστ. Φυσ. 2. 2, 8, Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 3, 1, κ. ἀλλ. 2) ὡς πρός, ἐν σχέσει πρός, ὅσον διά..., ἐμοῦ γε ἕνεκα, ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἐμοῦ, Ἀριστοφ. Ἀχ. 365, Δημ. 461. 12· τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν Ἡρόδ. 1. 42· εἵνεκέν γε χρημάτων, ὅσον διὰ χρήματα, ὁ αὐτ. 3. 122, κλ.· ἕνεκά γε φιλονεικίας Πλάτ. Πολ. 548D, πρβλ. 329Β· ἐμπειρίας μὲν ἄρα ἕνεκα αὐτόθι 582D· ὁμοῖοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν ἕνεκά γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 3· πρβλ. ἕκατι, οὕνεκα. 3) δυνάμει τινός, τέχνης εἵνεκα, δυνάμει τέχνης, μνημονεύεται ἐκ τῆς Ἀνθ. 4) πλεοναστ., ἀμφὶ σοὔνεκα (ἀμφὶ σοῦ νέα Auratus, ᾧ ἠκολούθησαν οἱ ἄριστοι νεώτεροι ἐκδόται, ἐν οἷς καὶ ὁ Jebb.) Σοφ. Φ. 554· ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκα ὠργίζεταο τοῖς ὁπλίταις, ὅσον κατὰ τὴν βοήν, δηλ. κατὰ τὸ φαινόμενον μόνον, οὐχὶ δὲ πραγματικῶς, Θουκ. 8. 92· προσέβαλεν ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκεν, ὅπως μὴ δῆλος εἴη εὐμενὴς αὐτοῖς ὢν Ξεν. Ἑλλην. 2. 4, 31· τίνος δὴ χάριν ἕνεκα ταῦτα ἐλέχθη; Πλάτ. Νόμ. 701D, πρβλ. Πολιτικ. 302Β. ΙΙ. ὡς σύνδεσμος ἀντὶ τοῦ οὕνεκα (ὃ ἴδε), διότι, οὕνεκά μ’ αἰνὸν ἔσχεν ἄχος Ὑμν. Ὁμ. εἰς Ἀφρ. 198, Καλλ. Ἀποσπ. 287, πρβλ. Βίωνα 8. 5. 2) εἵνεκεν = οὕνεκεν ἢ ὅτι, Πινδ. Ι. 7 8. 70.

French (Bailly abrégé)

poét. εἵνεκα;
prép. avec le gén., d’ord. après son rég.
I. à cause de :
1 à cause de, en raison de, pour : ἧς εἵνεκ’ IL (la ville de Troie) à cause de laquelle ; ὕβριος εἵνεκα τῆσδε IL à cause de cet outrage ; τοῦδ’ ἕνεκα IL à cause de cela ; ὧν ἕνεκα IL à cause de quoi, c’est pourquoi ; qqf avant son rég. κολακεύειν ἕνεκα μισθοῦ XÉN flatter pour recevoir un salaire;
2 à cause de, en faveur de, pour l’amour de, au sens du lat. causa ou gratia;
II. par rapport à, quant à : ἕνεκά γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν XÉN du moins en ce qui regarde nos yeux.
Étymologie: DELG myc. eneka, mais étym. peu claire.

English (Autenrieth)

on account of, for the sake of, because of, w. gen.; placed before or after its case.

English (Slater)

ἕνεκα prep. c. gen.,
   1 because of Θήρωνα δὲ τετραορίας ἕνεκα νικαφόρου γεγωνητέον (O. 2.5) τοὔνεκα προῆκαν υἱὸν ἀθάνατοι οἱ πάλιν i. e. therefore (O. 1.65)

Spanish (DGE)

(ἕνεκᾰ) • Alolema(s): ἕνεκεν Od.17.288, 310, E.Med.999, X.HG 2.1.14, Pl.Smp.210e, Men.Epit.371, IG 22.2347.2 (IV a.C.), IG 12(6).30.14 (Samos IV a.C.), Michel 534.18 (Cízico III a.C.), POxy.3204.19 (VI d.C.); εἵνεκα Il.1.214, Thgn.1.46, Anacr.22.1, Pl.Lg.778d; eol. ἔννεκα Sapph.67.5, Alc.306.1.2.22, IOrac.Dodon.43 (V a.C.), IG 12(2).258.8 (Mitilene I d.C.); ἔνεκα IAdramytteion 34A.38 (Neso IV a.C.), IG 11(4).1064b.32 (Delos II a.C.); εἵνεκεν B.13.136, Pi.I.8.32, Aret.CA 1.2.2; ἕνεχεν MAMA 1.197 (Frigia); tard. ἕνεκον SEG 26.1417 (Licia II/III d.C.), IG 10(2).2.234.16 (II d.C.); ἕννεκεν SEG 26.1431 (Licia I d.C.); εἵνεκον MAMA 10.218.10 (Apia III d.C.)
I prep. c. gen., frec. postpuesta
1 c. valor causal a causa de, por ἕνεκ' ἀρητῆρος Il.1.94, εἵνεκ[ε] ν ξανθᾶς γυναικός B.13.136, παῖσαι ἄνδρας ἕνεκεν ἀταξίας X.An.5.8.13, εἵνεκον εὐσεβίης MAMA 10.218.10 (Apia III d.C.), Τρώων πόλιν ... ἧς εἵνεκ' ὀϊζύομεν κακὰ πολλά Il.14.89, ὧν ἕ. Il.20.21, cf. Pl.Smp.210e, τοῦδ' ἕ. a causa de esto, Il.1.110, τῆς ἕνεκεν Od.17.288, τούτου ἕνεκεν X.HG 2.1.14, τῶνδε εἵνεκα Pl.Lg.778d, cf. D.C.76.16.2, ἀγλαΐης δ' ἕνεκεν Od.17.310, αὐτῶν δὴ ὦν τούτων καὶ τῆς θεωρίης ἐκδημήσας ὁ Σόλων εἵνεκεν ἐς Αἴγυπτον habiendo salido Solón de su patria a Egipto por estas razones, y para ver el mundo Hdt.1.30, τίνος κατέκτας ἕ. παῖδ' ἐμὸν βλάβης; A.Fr.181, τίνος ἕνεκεν; Men.l.c., cf. D.C.36.33.2, στεφανοῦσθαι ἀρετῆς ἕ. Aeschin.3.10, τοῦ κοπρώδεος εἵνεκεν Aret.l.c., c. inf. subst. τοῦ παρακρούσασθαι καὶ φενακίσαι ... ἕ. D.20.88, en el giro ὅσον καὶ ἀπὸ βοῆς ἕ. en lo que a gritos se refiere Th.8.92, cf. X.HG 2.4.31, a veces entre el n. y su determinante ὕβριος εἵνεκα τῆσδε Il.1.214, νυμφιδίων ἕνεκεν λεχέων E.Med.999
en fórmulas funerar. μνήμης ἕ. en memoria, SEG 26.1419 (Licia II/III d.C.), μνίας ἕνεκον SEG 26.1417 (Licia II/III d.C.), SEG 26.1432 (Licia II/III d.C.), φιλοστοργίας ἕννεκεν SEG 26.1431 (Licia I d.C.), tb. en fórmulas tautológicas ἕνεκεν μνήμης χάριν MAMA 1.203 (Frigia), cf. Klein.Türsteine 597 (Frigia)
a consecuencia de εἵνεκα γὰρ τέχνας σεῖο gracias a tu talento, AP 9.729.
2 c. valor final para, con objeto de τῶνδε εἵνεκα, ὅκως ... Hdt.8.35, cf. 40, ἐμπορίας ἕ. Th.6.2, κολακεύειν ... ἕ. μισθοῦ X.HG 5.1.17, πότερον οὖν οὐδενὸς ἕ. καὶ δι' οὐδέν; Pl.Ly.218d, διὰ νόσον ἕ. ὑγιείας a causa de la enfermedad y con vistas a la salud Pl.Ly.218e, ἀρετῆς γ' ἕ. Pl.Smp.185b, τοῦ ἕ. τηνικάδε ἀφίκου; ¿a qué vienes tan de mañana? Pl.Prt.310b, τὸ οὗ ἕ. la causa final Arist.Ph.194a27, Metaph.983a31, en uso pleon. τὸ τίνος δὴ χάριν ἕ. ταῦτα ἐλέχθη; ¿con qué intención fue dicho esto? Pl.Lg.701d.
3 c. valor restrictivo en lo que respecta a, en lo que concierne a ἀπήμονα τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν προσδόκα τοι ἀπονοστήσειν confía en que volverá incólume a ti, en lo que a su guardián concierne Hdt.1.42, εἵνεκέν τε χρημάτων ἄρξεις τῆς ἁπάσης Ἑλλάδος tendrás poder sobre toda la Hélade, en lo que dependa del dinero Hdt.3.122, λαβὲ δ' ἐμοῦ γ' ἕ. Ar.Ach.386, ὡς ἐμοῦ γ' ἕνεκ' ἔστω y en lo que a mí respecta, que lo sea D.20.14, ἐμπειρίας μὲν ἄρα ... ἕ. Pl.R.582d, ἐσθῆτος ἕ. D.C.42.27.2, tb. antepuesta ὅμοιοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν ἕνεκά γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν X.Mem.4.3.3, ἕνεκά γε φιλονικίας Pl.R.548d, en uso pleon. ἕ. τοῦ τοιούτου ... χάριν Pl.Plt.302b.
II conj.
1 c. valor causal porque, por el hecho de que ἑ. βροτοῦ ἀνέρος ἔμπεσον εὐνῇ porque he venido a caer en el lecho de un varón mortal, h.Ven.199, cf. Hes.Fr.180.10, εἵνεκεν πεπρωμένον ἦν porque estaba predestinado Pi.I.8.32, ὤναο κάρτ' ἕνεκ' οὔ τι θεῆς ἴδες ἱερὰ φρικτῆς mucho has salido ganando por no ver los santos misterios de la diosa temible Call.Fr.75.6.
2 introd. or. complet., equiv. a ὅτι que οἱ δ' ἕνεκ' Εὐρυνόμη ... εἶπαν ἔτικτεν otros afirmaron que Eurínome fue su madre ref. a las Gracias, Call.Fr.6, cf. 75.6. Cf. tb. οὕνεκα y τοὔνεκα. • DMic.: e-ne-ka.

• Etimología: Dud. Quizá adv. en -α de la r. *H1n-ek- ‘alcanzar’ que aparece como 2° término de comp. del tipo ποδηνεκής, διηνεκής y tb. en ἐνεγκεῖν, cf. lituan. nešu, aesl. nesǫ ‘llevar’, ai. náśati ‘alcanzar’.

English (Strong)

or heneken or heineken of uncertain affinity; on account of: because, for (cause, sake), (where-)fore, by reason of, that.

Greek Monolingual

και ένεκεν (AM ἕνεκα και ἕνεκεν
Α και ποιητ. τύπος εἵνεκα και ιων. τύπος εἵνεκεν και εἵνεκε και αιολ. τύπος ἕννεκα και επιγρ. ἕνεκε και ἕνεκον)
(πρόθεση)
1. δηλώνει τον λόγο για τον οποίο έγινε κάτι
ένεκα που έβρεχε δεν ξεκινήσαμε», «ένεκα αδιαφορίας», «ένεκα η ακρίβεια», «διώξουσιν ὑμᾱς ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ», ΠΔ)
2. δηλώνει το ποιητικό, χαριστικό ή τελικό αίτιο, για χάρη ποιου
3. «τὸ οὗ ἕνεκα» — τελικό αίτιο
αρχ.
1. (με γεν.) όσον αφορά («εἵνεκά γε φιλονικίας», Πλάτ.)
2. (για πρόσ.) όσον εξαρτάται από («ἐμοῡ γ' ἕνεκα», Αριστοφ.)
3. κατά συνέπειαεἵνεκα τέχνας»)
4. (πλεοναστικά) «τίνος χάριν ἕνεκα» (Πλάτ.)
5. (ως αιτιολ. σύνδ. αντί του οὕνεκα) διότι, γιατί
6. (ως ειδ. σύνδ. αντί του ὁθούνεκα) ότι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ένεκα (ομ. και ιων.-αττ.) εμφανίζεται με ποικίλες μορφές στις διάφορες διαλέκτους: είνεκα (ομ. και ιων.), ένεκα λεσβ. ή έννεκα (ψευδοαιολική γραφή του ομ. είνεκα), eneka (στις μυκηναϊκές επιγραφές). Ο τ. παρουσιάζει επίσης ποικιλία καταλήξεων: ένεκεν (Ομ., κλασικοί συγγραφείς, μτγν. κείμενα), είνεκεν (Ηρόδ., ιων.), ένεκε (ιων. από 4ο αιώνα), ένεκαν (με συμφυρμό τών ένεκα και ένεκεν). Έχει υποτεθεί ότι ο αρχικός τ. ήταν εν-Fεκα. Την ύπαρξη του F πιστοποιεί τόσο ο ομ. τ. είνεκα όσο και η γλώσσα του Ησυχίου «ούφεκα
ουκ αρεστώς», όπου φ=F. Η περαιτέρω όμως ανάλυση της λέξεως παρουσιάζει δυσκολίες. Υποστηρίχθηκε ότι α' συνθετικό είναι το ἕν «ένα (πράγμα)» και β' συνθετικό το (F)εκα(τ), υποτιθέμενος τ. ουδετέρου του (F)εκών, οπότε η αρχ. σημ. της λ. θα ήταν «αυτός που επιθυμεί ένα μόνο πράγμα».

Greek Monotonic

ἕνεκα: ή -κεν, Ιων. και ποιητ. εἵνεκα ή -κεν·
I. 1. πρόθ. με γεν., κυρίως μετά το πτωτικό, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· λόγω, χάριν, εξαιτίας, διότι, Λατ. gratia, στον ίδ. κ.λπ.
2. σε ό,τι αφορά, ως προς, όσο για, ἐμοῦ γε ἕνεκα, όσο εξαρτάται από εμένα, ως προς εμένα, σε Αριστοφ.· εἵνεκέν γε χρημάτων, σε Ηρόδ. κ.λπ.
3. πλεοναστ., ἀμφὶ σοὔνεκα, σε Σοφ.· ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκα, όσο μακριά πήγαινε η φωνή, σε Θουκ.
II. ως σύνδ. αντί οὕνεκα, διότι, επειδή, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

ἕνεκα:
I реже ἕνεκε(ν), эп.-ион. тж. εἵνεκα и εἱνεκε(ν), эол. Theocr. ἔννεκα, v. l. ἔνεκα (с долгим ἔ) praep. cum gen. (и преимущ. после него)
1) из-за, ради: ἕ. μισθοῦ Xen. ради вознаграждения; τοῦ ἕ. τηνικάδ᾽ ἀφίκου; Plat. зачем ты пришел так рано?; ἕ. του καὶ διά τι Plat. с какой-л. целью и по какой-л. причине; τὸ οὖ ἔ. филос. Arst. конечная причина (лат. causa finalis); τίνος δὴ χάριν ἕ. ταῦτα ἐλέχθη; усил. Plat. для какой же такой цели это было сказано?;
2) вследствие, по причине (ὧν ἕ. Hom.; σοφίη; εἵνεκεν τῆς σῆς Her.);
3) с помощью, посредством, благодаря (χρημάτων Her.): ἀπὸ βοῆς ἕ. ὀργίζεσθαι Thuc. сердиться только для виду (досл. только криком);
4) в отношении, касательно: τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν Her. насколько это зависит от охраняющего лица; ἐμοῦ γ᾽ ἕ. Arph., Dem. что же касается меня; ἕ. γε τῶν ἡμετέρων ὀφθαλμῶν Xen. поскольку речь идет о наших глазах - см. тж. οὕνεκα.
эп.-ион. εἵνεκεν conj. так как, потому что (εἵ. πεπρωμένον ἦν Pind.).

Etymology Frisk

Grammatical information: postpos.
Meaning: becaue, b. of (Il.); with gen.; on the meaning in Hom. Porzig Satzinhalte 169. On the final cf. εἶτα : εἶτεν, ἔπειτα : ἔπειτε(ν); ἕνεκον after ἔνδον a. o.; through crosses ἕνεκο, -καν, s. Schwyzer 627 w. n. 4, 406, Schwyzer-Debrunner 552.
Other forms: ἕνεκεν (esp. postclass.); εἵνεκα, -κεν (Ion.), ἔννεκα (Aeol.; s. below); hell. also ἕνεκε, -κο(ν), -καν
Dialectal forms: Myk. e-ne-ka.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The analysis as ἕν-Ϝεκα (*Ϝεκα in οὔφεκα οὑκ ἀρεστῶς H. with Schulze Q. 494 n. 3 ?), to ἑκών (s. v.) etc., is refuted by Mycenaean. - Note the interchange ἕν-, ἕιν- (ἔνν- hyperaeolic? or metrical lengthening?). Schwyzer 228, Chantraine Gramm. hom. 1, 161, Bolling Lang. 30, 453f. - οὕνεκα = ἕνεκα esp. in Att. poets from a preceding gen. in -ου through false analysis: τούτοὔνεκα was seen as τούτου οὕνεκα (Schwyzer 413). Since Mycenaean there is no etymology; one suggests *h₁neḱ-.

Middle Liddell

or -κεν
I. prep. with gen., mostly after its case, Il., etc.: on account of, for the sake of, because of, for, Lat. gratia, Il., etc.
2. as far as regards, as for, ἐμοῦ γε ἕνεκα as far as depends on me, Ar.; εἵνεκέν γε χρημάτων Hdt., etc.
3. pleon., ἀμφὶ σοὔνεκα Soph.; ὅσον ἀπὸ βοῆς ἕνεκα as far as shouting went, Thuc.
II. as Conjunct., for οὕνεκα, because, Hhymn.