ἀλλ' οὐκ ἂν μαχέσαιτο· χέσαιτο γάρ, εἰ μαχέσαιτο → fighting is what she can't do, for if she should fight she would shit
Full diacritics: θῡλακίτης | Medium diacritics: θυλακίτης | Low diacritics: θυλακίτης | Capitals: ΘΥΛΑΚΙΤΗΣ |
Transliteration A: thylakítēs | Transliteration B: thylakitēs | Transliteration C: thylakitis | Beta Code: qulaki/ths |
[ῑ], ου, ὁ,= sq., only fem. θυλακῖτις μήκων the
A common poppy (cf. θυλακίς), Dsc.4.64; θ. νάρδος,= ὀρεινὴ ν., Id.1.9.
θῡλᾰκίτης: -ου, ὁ, = τῷ ἑπομ.· - θηλ., θυλακῑτης μήκων, ἡ κοινὴ παπαροῦνα (πρβλ. θυλακίς), Διοσκ. 4. 65· θ. νάρδος, ἡ ἀγρία, 1. 8.