αἰθερονόμος
From LSJ
μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς· πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας μήτηρ, γυνὴ Σωτῆρος· ὦδ᾽ ἔχει λόγος → When you invoke the gods, do not be ill-advised. For Obedience is the mother of Success, wife of Salvation—as the saying goes.
English (LSJ)
ον, (νέμομαι)
A = αἰθεροβόσκας, Hsch.
Greek (Liddell-Scott)
αἰθερονόμος: -ον, (νέμομαι) = αἰθεροβόσκας, «αἰθερονόμων, τῶν ἐν ὕψει τὴν νομὴν ἐχόντων», Ἡσύχ.
Spanish (DGE)
-ον que se alimenta del o en el éter Hsch.