Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ολυμπιάδα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ Ὀλυμπιάς) Ολυμπία
1. οι Ολυμπιακοί Αγώνες, τών οποίων η ίδρυση και καθιέρωση σύμφωνα με τη μυθική παράδοση αποδίδεται στον Πίσο ή στον Πέλοπα και οι οποίοι αναδιοργανώθηκαν από τον Ηρακλή («ἦν γὰρ κατά τωὐτὸ Ὀλυμπιὰς τούτοισι τοῑσι πρήγμασι συμπεσοῡσα», Ηρόδ.)
2. (στην αρχ. Ελλάδα) περίοδος τεσσάρων ετών μεταξύ δύο διαδοχικών Ολυμπιακών Αγώνων η οποία αποτελούσε χρονολογική μονάδα ιστορικών γεγονότων με αφετηρία την πρώτη επίσημη Ολυμπιάδα του 776 π.Χ. («τρεῑς 'Ολυμπιάδας ἀνήλωσεν ἵνα γράψη», Πλούτ.)
αρχ.
1. νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες
2. κάθε νίκη ή κάθε θρίαμβος
3. φρ. «Ὀλυμπιάς ἐλαία» — στεφάνι από κλαδί ελιάς ως βραβείο στους Ολυμπιακούς Αγώνες («Ὀλυμπιάδων φύλλοις ἐλαιᾱν χρησέοις μιχθέντα», Πίνδ.).