Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στεφάνι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
1. κυκλικό πλέγμα από άνθη ή φύλλα που φοριέται στο κεφάλι ως βραβείο αγώνα, ως σημείο νίκης, ως σημείο εορτασμού, ἡ κατατίθεται σε μνημεία, στέφανος (α. «και στην κόμη στεφάνι φορεί», Σολωμ.
β. «θανάτου στεφάνι / τριγύρω στην κόμη», Σολωμ.
γ. «πρωτομαγιάτικο στεφάνι»)
2. ξύλινη ή μεταλλική στεφάνη η οποία χρησιμεύει για την περίσφιγξη και στερέωση σανίδων, βυτίων, κιβωτίων, αλλ. βεργοστέφανο, τσέρκιστεφάνι του κοφινιού»)
3. το γαμήλιο στέφανο («και πικρότατα κλαίω πως είναι δίχως το στεφάνι, που μόταξες, ο τοίχος», Σολωμ.)
4. ξύλινο ή μεταλλικό κατασκεύασμα σε σχήμα κύκλου με το οποίο παίζουν τα παιδιά
5. περίζωμα οικοδομής, γείσο, κορνίζα
6. το προεξέχον τμήμα ενός αντικειμένου, χείλος, άκρο
7. γκρεμός
8. συνεκδ. α) ο γάμος, το στεφάνωμα
β) ο ή η νόμιμος σύζυγος («να χαρείς το στεφάνι σου» — φρ. που λέγεται ως ευχή)
9. φρ. α) «βάζω στεφάνι» — παντρεύομαι
β) «καλό στεφάνι» — είθε να βρεις καλό ή καλή σύζυγο
γ) «τήν έχει χωρίς στεφάνι» — συζεί με αυτήν χωρίς νόμιμο γάμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στεφάνη μέσω ενός υποκοριστικού στεφάνι(ον). Κατ' άλλη άποψη, η λ. προήλθε απευθείας από τη λ. στεφάνη με αλλαγή γένους].