Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άθλημα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (Α ἄθλημα) ἀθλῶ
αγώνισμα
αρχ.
1. αγώνας, άμιλλα, μάχη
2. στον πληθ. τὰ ἀθλήματα, οι ασκήσεις τών αθλητών
3. εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου ασκείται μια τέχνη·