Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άθροισμα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Α ἄθροισμα και ἅθροισμα) ἀθροίζω
νεοελλ.
το αποτέλεσμα της πρόσθεσης, σύνολο, σούμα
αρχ.
1. συνάθροιση, συγκέντρωση
2. το συγκεντρωμένο πλήθος
3. η συνδρομή, δηλ. η συγκέντρωση τών ατόμων για τη συγκρότηση ενός συνόλου.