Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνάθροιση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η / συνάθροισις, -οίσεως, ΝΜΑ συναθροίζω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναθροίζω, συγκέντρωση, σύναξη
νεοελλ.
1. οικολ. ομαδοποίηση ατόμων ενός και του ίδιου είδους σε έναν περιορισμένο βιότοπο
2. φρ. «δημόσια συνάθροιση»
(ποιν. δίκ.) συνάθροιση ο τόπος της οποίας είναι ελεύθερα προσπελάσιμος από αυτούς που το επιθυμούν.

Greek Monolingual

η / συνάθροισις, -οίσεως, ΝΜΑ συναθροίζω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναθροίζω, συγκέντρωση, σύναξη
νεοελλ.
1. οικολ. ομαδοποίηση ατόμων ενός και του ίδιου είδους σε έναν περιορισμένο βιότοπο
2. φρ. «δημόσια συνάθροιση»
(ποιν. δίκ.) συνάθροιση ο τόπος της οποίας είναι ελεύθερα προσπελάσιμος από αυτούς που το επιθυμούν.