Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άμοιρος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄμοιρος, -ον)
1. αυτός που δεν έχει καλή μοίρα, δύσμοιρος, άτυχος, δυστυχής
2. (με γενική) αυτός που δεν μετέχει σε κάτι ή στερείται κάτι
αρχ.
ο απαλλαγμένος από κάτι κακό
«ἄμοιρος ὕβρεως».
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερ. + μοῖρα.
ΠΑΡ. αμοιρέω, αμοιρία].