Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάρα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κάρᾱ Medium diacritics: κάρα Low diacritics: κάρα Capitals: ΚΑΡΑ
Transliteration A: kára Transliteration B: kara Transliteration C: kara Beta Code: ka/ra

English (LSJ)

(A), Ep.and Ion. κάρη [ᾰ], τό, poet. for κεφαλή, Luc.Lex.5:—

   A head, of men or animals, πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον Il.22.74; ὑψοῦ κάρη ἔχει [ἵππος] 6.509; περὶ πόδα περὶ κάρα from head to foot, A.Eu. 165 (lyr.): metaph., ἐν δ' ἐμῷ κάρᾳ θεός μ' ἔπαισεν S.Ant.1272, cf. OC 564; of the face, γέλωτι φαιδρὸν κ. Id.El.1310; μου κ. τὸ δυσπρόσοπτον Id.OC285.    2 peak, top, κάρη νιφόεντος Ὀιύμπου Hes.Th.42; of a tree, S.Fr.23; edge, brim of a cup, Eub.56.6.    3 in Trag., as periphr. for a person, Οἰδίπου κάρα, i.e. Οἰδίπλους, S.OT40, 1207 (lyr.); αὐτάδελφον Ἰσμήνης κ. Id.Ant.1; ὦ κασίγνητον κ., for ὦ κασίγνητε, Id.El.1164; ὦ φίλον κ. Id.OC1631; φίλον κ. A.Ag.905.--Hom. uses nom. acc. κάρη, gen. dat. κάρητος, κάρητι, Od.6.230, Il.15.75; also καρήατος, καρήατι, 23.44, 19.405, nom. pl. καρήατα 11.309 (whence was formed nom. sg. κάρηαρ, Antim.76); acc. pl. κάρη Il.10.259 (but perh. sg.), nom. acc. pl. κάρᾱ Sannyr.3, perh. S.Ant.291; κάρᾰ ἐξεπεφύκει h.Cer. 12; dat. pl. κάρησι f.l.in Tryph.602:—post-Homeric Poets inflected κάρη as if it were of decl. 1, gen. κάρης Mosch.4.74, Call.Fr.125; dat. κάρῃ Thgn.1024, Nic.Th.249; acc. κάρην D.P.562, Nic.Th.131; Trag. dat. κάρᾳ with neut. Prons., A.Ch.230, etc.; late acc. κάραν Anacreont. 50.9. (Cf. Skt. śiras(neut.) 'head', gen. śīrṣṇás, abl. śīrṣatás: κάρηνα (fr. κᾰρᾰσ-ν-α) and κράατα (perh. fr. κρᾱς-ṇ-τα) are forms of this word, v. κάρηνον, κράς, κρανίον: cogn. with Lat. cerebrum (fr. ceres-ro-), ONorse hjarne 'brain', and prob. κέρας, κόρση.)
κάρα (B), ἡ,

   A tame goat (Cret.), Hsch.; also, fig, Id. καραβαία· δίκρουν ξύλον, Id.

German (Pape)

[Seite 1325] τό, ion. u. ep. κάρη, nur im nom. u. acc., das Haupt; πολιόν τε κάρη, πολιόν τε γένειον Il. 22, 74; μηκέτ' ἔπειτ' Ὀδυσῆϊ κάρη ὤμοισιν ἐπείη 2, 259; von Pferden, 6, 509; ποικίλον κάρα δρακόντων φόβαισι, das Haupt der Medusa, Pind. P. 10, 46; Tragg., οὔ φημ' ἀλύξειν ἐν δίκῃ τὸ σὸν κάρα λευσίμους ἀράς Aesch. Ag. 1598, περὶ πόδα, περὶ κάρα, Eum. 159, in der Anrede, νῦν δ' ἐμοὶ φίλον κάρα, ἔκβαιν' ἀπήνης, liebes Haupt, Ag. 879, wie Soph. ὦ κράτιστον Οἰδίπου κάρα O. R. 40, ὦ κασίγνητον κάρα El. 1155, vgl. Ant. 906 (Eur. Or. 237 I. T. 983); von Thieren, κάρα προβάλλων ἱππικῶν όχημάτων El. 730; αἰγείρου frg. 24; γέλωτι φαιδρὸν κάρα El. 1310, wo bes. an das Gesicht zu denken ist; κάρα τὸ δυσπ ρόσοπτον O. C. 286; τὸ πάλλευκον κάρα Eur. Hec. 600; σὸν καταιδοῦμαι κάρα Or. 681; ἰλιγγιῶ κάρα λίθῳ πεπληγμένος Ar. Ach. 1178; sp. D. oft. – Dazu haben die Tragg. den dat. κάρᾳ, maskulinisch, für κάρατι, συμμέτρου τῷ σῷ κάρᾳ Aesch. Ch. 225; Soph. O. C. 570 Ant. 1257 El. 437; Eur. Med. 1371 Herc. Fur. 465; κάρῃ Theogn. 1018. – Die Gramm. führen auch den gen. κάρας an; den acc. κάραν haben Anacr., πολιαὶ στέφουσι κάραν 50, 9, u. a. Sp., wo es dann als fem. betrachtet wird, Qu. Sm. 11, 58; τὴν κάρην Callim. frg. 125; κάρης Mosch. 4, 74; Nic. Th. 131 D. Per. 562. – Plur., ἑκατὸν κάρα ἐξεπεφύκει H. h. Cer. 12, womit man ὦ βατίδες, ὦ γλαύκων κάρα vergleichen kann, Sannyrio bei Ath. VII, 286 c, für κάρατα. – Außerdem gehören dazu die Formen gen. κάρητος, Od. 6, 230. 23, 157, u. καρήατος, Il. 23, 44, dat. κάρητι, Il. 15, 75, u. καρήατι, 19, 405. 22, 205, dat. plur. κάρησι, Tryphiod. 602, acc. plur. καρήατα, Il. 11, 309, wozu die Gramm. einen eigenen nom. κάρηαρ angenommen haben. – Vgl. κρασ u. κάρηνον.

Greek (Liddell-Scott)

κάρα: «αἲξ ἥμερος Πολυρρήνιοι. ὑπὸ Γορτυνίων ἄλλοι δὲ ἡ συκῆ. Ἴωνες τὰ πρόβατα. καὶ τὴν κεφαλὴν» Ἡσύχ.
κάρᾱ: Ἰων. κάρη κᾰ, τό, (περὶ τῶν τύπων καὶ τῆς ῥίζης ἴδε κατωτ.): - ποιητ. ἀντὶ τοῦ κεφαλὴ (ἴδε Λουκ. Λεξιφ. 3), πολιὸν τε κάρη πολιὸν τε γένειον Ἰλ. Χ. 74, κτλ.· ἐπὶ ἵππων, Ζ. 509· περὶ πόδα περὶ κάρα, ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν, Αἰσχύλ. Εὐμ. 165· τὰ κακὰ καὶ τὰ δυστυχήματα λέγεται ὅτι καταπίπτουσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καὶ νῦν, Σοφ. Ο. Κ. 564, Ἀντ. 1272· - ἐπὶ τοῦ προσώπου, γέλωτι τοὐμὸν φαιδρὸν ὄψεται κάρα ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 1310· μηδὲ μου κάρα τὸ δυσπρόσοπτον ὁρῶν ἀτιμάσῃς ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 285. 2) σπανίως, ἡ κεφαλὴ ἢ κορυφὴ πράγματός τινος, οἷον ὄρους, ἠχεῖ δὲ κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου Ἡσ. Θ. 42· ἐπὶ δένδρου, Σοφ. Ἀποσπ. 24· ἡ ἄκρα ἢ τὸ χεῖλος ποτηρίου, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 473, Εὔβουλος ἐν «Κυβευταῖς» 1. 6. 3) παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς χρησιμεύει ὡς ἡ λέξις κεφαλὴ καὶ τὸ Λατ. carut, ὡς περίφρασις δηλοῦσα τὸν ἄνθρωπον, οἷον, Οἰδίπου κάρα, τουτέστιν Οἰδίπους, Σοφ. Ο. Τ. 40. 1207· ἀδελφὸν Ἰσμήνης κάρα ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1· ὦ κασίγνητον κ., ἀντὶ ὦ κασίγνητε, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 1164· ὦ φίλον κ. ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1631· φίλον κ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 905. - Ὁ Ὅμ. ἔχει τὸ κάρη μόνον κατ’ ὀνομαστ. καὶ αἰτ. τοῦ ἐνικοῦ καὶ παραλαμβάνει τὰς πλαγίας πτώσεις ἐκ τῆς γ’ κλίσεως, γεν. καὶ δοτ. κάρητος, κάρητι, Ὀδ. Ζ. 230, Ἰλ. Ο. 75· ἔχει ὡσαύτως καὶ τοὺς πληρεστέρους τύπους κᾰρήατος, κᾰρήατι, Ἰλ. Ψ. 44, Τ. 405· - πληθυντ. κᾰρήατα Ἰλ. Λ. 309 (σχηματισθέντας ὡς ἐξ ὀνομαστ. κάρηαρ ἢ κάρηας, ἄν καὶ οὐδεὶς τοιοῦτος τύπος ἀπαντᾷ): δοτ. πληθυντ. κάρησι Τρυφιόδ. 602· ἐν Ἐπιγρ. ἐμμέτρ. Τανάγρας τῶν Χριστιανικῶν χρόνων (Bull. d. cor. hell. III. σ. 144) ἀπαντᾷ γεν. κάρατος· - οἱ μεθ’ Ὅμηρον ποιηταὶ ἔκλινον τὸ κάρη ὡς εἰ ἦν ὄνομα τῆς α’ κλίσεως, δηλ. γεν. κάρης, Μόσχ. 4. 74, Καλλ. Ἀποσπ. 125· δοτ. κάρῃ Θέογν. 1018, Νικ. Θηρ. 249· αἰτ. κάρην, Διον. ΙΙ. 562, Νικ. Θηρ. 131· Τραγ. δοτ. κάρᾳ, τῷ σῷ κάρᾳ Αἰσχύλ. Χο. 227· περὶ δ’ ἐμῷ κάρᾳ ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 179· ἐν τὠμῷ κάρᾳ Σοφ. Ο. Κ. 564· ἐν δ’ ἐμῷ κάρᾳ ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1272, πρβλ. Ἀποσπ. 147, Εὐρ. Ἠλ. 55. 108· αἰτ. κάραν Αἴσωπ. 94, πρβλ. Mehlhorn εἰς Ἀνακρ. 50. 9· - εὑρίσκομεν δὲ τὴν ὁμαλὴν συνῃρ. Ἐπικ. ὀνομ. πληθ. κάρη ἐν Ἰλ. Κ. 259, ὡσαύτως κάρα ἐν Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 12 (ἔνθα βραχύνεται πρὸ φωνήεντος), Συνναρίων ἐν «Γέλωτι» 2· ἐν Σοφ. Ἀντ. 291 εἶναι πιθ. ἑνικ. - Πρόσθες εἰς τοὺς τύπους τούτους καὶ τὰς πτώσεις τὰς σχηματιζομένας ἐκ τοῦ κράς, ὃ ἴδε. (Πρβλ. κάρ, κράς, κάρηνον, κρανίον, κάρανος, πιθ. καὶ κόρση, κόρυς, κορυφή, κόρυμβος, Κόρινθος (ἀλλὰ τὸ κέρας εἶναι πιθανῶς ἐκ διαφόρου ῥίζης), Σανσκρ. ←iras, ←iram, Λατ. cerebrum (cere comminuit brum, Enn.), Γοτθ. hvair-nei, Ἀρχ. Σκανδιν. hjarni (Σκωτ. harn), Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμαν. hirni (hirn), κτλ.

French (Bailly abrégé)

1(τό) :
dat. κάρᾳ (pour *κάραϊ de *κάρατι), acc. κάρα;
plur. κάρα (pour *κάραα de *κάρατα);
d’un autre thème καρητ- viennent le gén. κάρητος et le dat. κάρητι;
enfin d’un 3ᵉ thème καρηατ-, viennent le nom. κάρηαρ, le gén. καρήατος, le dat. καρήατι, le plur. nom.-acc. καρήατα;
1 tête ; φίλον κάρα ESCHL tête chérie, p. être chéri ; Οἰδίπου κάρα SOPH tête d’Œdipe, p. Œdipe;
2 p. ext. visage, aspect.
Étymologie: cf. κάρα², κάρη et κάρ¹.
2(ἡ) :
seul. acc. κάραν;
c. κάρα¹.

English (Slater)

κάρα (cf. κράς: only in acc. s.)
   1 head of man or animal. καὶ ποικίλον κάρα δρακόντων φόβαισιν ἤλυθε νασιώταις λίθινον θάνατον φέρων the head of Medusa (P. 10.46) ὁ δ' ὀρθὸν μὲν ἄντεινεν κάρα (N. 1.43) ἔνθα λευκωθεὶς κάρα μύρτοις ὅδ' ἀνὴρ διπλόαν νίκαν ἀνεφάνατο (I. 4.69) ὁ δ' ἀντίον ἀνὰ κάρα τ ἄειρ[ε (Pae. 20.10) ὁ δὲ μηδὲν ἔχων ὑπὸ σιγᾷ μελαίνᾳ κάρα κέκρυπται Παρθ. 1. 1. ὑμνήσω στεφάνοισι θάλλοισα παρθένιον κάρα Παρθ. 2. 12. τὰν δ ἐπ αὐχένι στρέφοισαν κάρα (sc. ἔλαφον) fr. 107a. 6.

Greek Monolingual

(I)
κάρα επικ. και ιων. τ. κάρη, τὸ, γεν. κάρητος και κάρατος (Α)
1. το κεφάλι («πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον», Ομ. Ιλ.)
2. το πρόσωπο («γέλωτι τοὐμὸν φαιδρὸν ὄψεται κάρα», Σοφ.)
3. η κορυφή ενός πράγματος («κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου», Ησίοδ.)
4. το χείλος ποτηριού
5. (σε περίφραση) ο άνθρωπος («ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ανάγεται πιθ. σε θ. κρα- (πρβλ. επικ. τ. γεν. εν. κράατος, κρατός), οπότε η λ. είναι προϊόν συμφυρμού του θέματος αυτού με το θ. καρ- (κρα- + καρ- > κάρα), είτε απευθείας σε θ. καρ-. Η άποψη σύμφωνα με την οποία τόσο η ονομ. κάρα όσο και οι τ. της γεν. κράατος, κρατός προέρχονται από ένσιγμους τύπους (ονομ. κάρα < κάραα < κάρασn, γεν. κράατος < křs-n-, πρβλ. αρχ. ινδ. śirah «κεφάλι», γεν. śĩrsn-as) αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι στη Μυκηναϊκή, όπου εμφανίζεται η λ. κάρα, δεν μαρτυρείται -s- (πρβλ. σύνθ. qoukara «κεφάλι βοδιού», οργανική πτώση πληθ. karaapi «με κεφάλια»). Στον Όμηρο απαντά τ. κάρη, του οποίου το -η είναι πιθ. προϊόν αναλογίας προς τον τ. κάρηνον «κεφάλι, κορυφή». Η λ. κάρα, το, παρουσιάζει ποικιλία τύπων κατά την κλίση της: γεν. εν. κράατος, (συνηρ.) κρατός, καρήατος, κάρητος, δοτ. κάρᾳ κ.ά. Από τον 4ο περίπου π.Χ. αιώνα ο τ. κάρα απαντά και ως θηλ. στις πλάγιες πτώσεις: τῆς κάρης, τὴν κάρην κ.λπ.
ΠΑΡ. αρχ. κάρανος, κάρηνον.
ΣΥΝΘ. καραδοκώ, καρηβαρώ
αρχ.
καράτομος, καρατόμος].
(II)
ἡ (Μ κάρα)
το κεφάλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του αρχ. κάρα, τὸ, με αλλαγή γένους αναλογικά προς το συνώνυμό του κεφαλή, , πρβλ. το κόκ(κ)αλο (< αρχ. κόκκαλος, ) κατά το ὀστοῦν].
(III)
κάρα, ἡ (Α)
(κατά τον Ησύχ.)
1. ήμερη γίδα
2. συκιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].

Greek Monotonic

κάρᾱ: Ιων. κάρη [ᾰ], τό (για τους τύπους και τη Ρίζα, βλ. κατωτ.)·
1. ποιητ. αντί κεφαλή, το κεφάλι, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
2. κεφάλι ή κορυφή πράγματος, όπως ενός βουνού, σε Ησίοδ.· άκρη ή χείλος ποταμού, σε Σοφ.
3. στους Αττ. Ποιητές χρησιμ. όπως το κεφαλή, περιφρ. λέγεται για έναν άνθρωπο, Οἰδίπου κάρα, δηλ. Οἰδίπους, σε Σοφ.· ὦ κασίγνητον κ. αντί ὦ κασίγνητε, στον ίδ. κ.λπ.· ο Όμηρ. χρησιμ. το κάρη μόνο σε ονομ. και αιτ. ενικ. και πληθ., ενώ οι πλάγιες πτώσεις συμπληρώνονται από την γʹ κλίση, γεν. και δοτ. κάρητος, κάρητι, επίσης κᾰρήατος, κᾰρήατι· πληθ. κᾰρήατα (όπως αν προερχόταν από ονομ. κάρηαρ ή κάρηας)· οι μεθομηρικοί Ποιητές έκλιναν το κάρη όπως τα ονόματα αʹ κλίσης, βλ. κάρης, κάρῃ, κάρην· σε Τραγ., δοτ. κάρᾳ.

Russian (Dvoretsky)

κάρᾱ:
I τό, эп.-ион. κάρη (ᾰ) ἡ (эп. gen. κάρητος и καρήατος; dat. κάρητι и καρήατι - у Trag. κάρᾳ; acc. = nom.; nom. pl. = nom. sing.)
1) голова (πολιὸν κάρη Hom.): ὑψοῦ κάρη ἔχειν Hom. высоко закидывать голову; περὶ πόδα, περὶ κάρα Aesch. вокруг ног, вокруг головы, т. е. с ног до головы;
2) лик, лицо: γέλωτι φαιδρὸν κάρα Soph. сияющее улыбкой лицо;
3) вершина, верхушка Hes., Soph.;
4) описательно, в знач. дорогой, милый, преимущ. в обращении; обычно не переводится: ὦ κράτιστον Οἰδίπου κάρα! Soph. о, могущественнейший Эдип!; τέθνηκε θεῖον Ἰοκάστης κάρα! Soph. умерла благородная Иокаста!; ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα! Soph. о, родная, милая сестра Исмена!
κάρα: ἡ (только acc. sing. κάραν) Aesop. = κάρα I.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάρα, τό, ep. κάρη, gen. κάρητος en καρήατος, dat. κάρητι en καρήατι, acc. κάρη; plur. κάρα; Att. poët. κάρα, dat. κάρᾳ hoofd, kop; gelaat:; τοὐμὸν φαιδρόν … κάρα mijn stralende gelaat Soph. El. 1310; uitbr., als pars pro toto of in omschrijving voor persoon:. ὦ φίλον κάρα dierbare vriend Soph. OC 1631; ὦ κράτιστον πᾶσιν Οἰδίπου κάρα Oedipus, beste voor ons allen Soph. OT 40; ὦ κασίγνητον κάρα dierbare broer Soph. El. 1164. top:. κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου de top van de besneeuwde Olympus Hes. Th. 42.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: head (trag., Cratin., Eup.),
Other forms: κάρη (ep.)
Dialectal forms: Myc. ka-ra-a-pi instr. pl. \/karaatphi\/
Derivatives: As 1. member in καρα-τομέω behead (E., J.) with καράτομος beheaded (S., E.), seeming basis καρατόμος beheading (Lyc.), cf. on δειροτομέω s. δέρη; καρηβαρέω (-άω) feel heavy in the head, be sleepy, have headache with καρηβαρία, -ίη etc. (Hp., Arist.); from there Lat. caribaria > Fr. charivari, W.-Hofmann 1, 854; on καραδοκέω s. v. Cf. κράσπεδον, κρησφύγετον, κρήδεμνον. - Other forms: A. recent analogical formations to κάρα, κάρη: dat. τῳ̃ κάρᾳ (A., S.), κάρῃ (Thgn.); κάρης, -ην (Call., Nic.), κάραν (Anacreont.). B. Older disyll. forms: ep. καρή-ατος, -ατι, pl. -ατα; also κάρη-τος, -τι; to καρήατα new nom. sg. κάρηαρ (Antim.). C. monosyll. forms: κρά-ατος, -ατι, pl. -ατα; usual. (also trag.) κρατός, -τί, pl. κρᾶ-τα (Pi. Fr. 8); further isolated forms: κράτεσφι (Κ 156; prob. sg.), κράτων (χ 309), κρασίν (Κ 152), κρᾶτας (E.); κρᾶτα as acc. sg. (θ 92, trag.), as nom. sg. (S. Ph. 1457); new nom. sg. κράς (Simm. 4). D. κάρα (antevoc.) as nom. pl. (h. Cer. 12), κάρα pl.? (Sannyr. 3). On κάρηνα s. v.; and s. below.
Origin: IE [Indo-European] [574] *ḱrh₂-(e)s-n- head
Etymology: From the oblique forms of the Skt. word for head, e. g. gen. sg. śīrṣṇ-ás with the adverbial ablativ śīrṣa-tás (a < ), which represent a with n enlarged monosyll. zero grade (śirṣ-n- < *ḱr̥h₂-s-n-) from the disyll. nom.-acc. śíras- (Av. sarah-, < *ḱr̥h₂-os), it appears that κράατος represents an original *κράσα-τος < (ḱr̥h₂s-n̥tos); through contraction this gave κρατός (acc. to Zenodot. κρητός). The antevocalic form κρασν- lives on in κραν-ίον (s. v.). The explanation of the Greek disyll. forms has to start from plur. κάρηνα < *καρασν-α (< *ḱrh₂-es-n-), to which the singular forms καρήατος, -ατι were made from *καρασα-τος, -τι (with metr. lengthening and η for α after κάρηνα), if not innovated to κάρη. This form may go back to an analogical *κάρασ-α (like ὄνομα); to κάρη were made κάρη-τος, -τι. - Beside these old σ-stem there are isolated σ-less forms: ἐπὶ κάρ on its head, ἔγ-καρ-ος, ἴγκρος ἐγκέφαλος and κατὰ (ἀπὸ) κρῆ-θεν from the head down (Hom., Hes.), κρή-δεμνον head-band. The explanation is discussed: κατὰ κρῆθεν (from where ἀπὸ κρῆθεν) may stand for κατ' ἄκρηθεν (s. esp. Leumann Hom. Wörter 56ff., but this seems unncessary); ἔγκαρος has been taken as learned innovation to κάρη after κεφαλή : ἐγκέφαλος; on κρήδεμνον s. s. v. An σ-less κάρ is supported by Arm. sar hight, top (idg. *ḱr̥h₂r-o-). Very extensive treatment by A.J. Nussbaum, Head and Horn 1986 (rev. Beekes, Kratylos 34 (989)55-59). - S. Schwyzer 583 (diff. on κάρη; Pok. 574f., Chantraine Gramm. hom. 1, 230f., 242, Leumann Hom. Wörter 159, Egli Heteroklisie 31f., 87ff. - Cf. further 1. καρόω, καρώ, καρωτόν; κέρας, κράνος, κριός.
Meaning: αιξ ἥμερος Πολυρρήνιοι ὑπὸ Γορτυνίων...ἄλλοι δε ἡ συκῆ. Ἴωνες τὰ πρόβατα, καὶ την κεφαλήν H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Partly corrupt gloss, s. Latte. The meaning αιξ seems confirmed by καρανώ, s.s.v. κάρηνα.

Middle Liddell

poet. for κεφαλή
1. the head, Il., etc.
2. the head or top of anything, as of a mountain, Hes.; the edge or brim of a cup, Soph.
3. in attic Poets, it is used like κεφαλή, periphr. for a person, Οἰδίπου κάρα, i. e. Οἰδίπους, Soph.; ὦ κασίγνητον κ., for ὦ κασίγνητε, Soph., etc.