Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έλαιο

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

και λάδι, το (AM ἔλαιον)
1. το υγρό που λαμβάνεται από την έκθλιψη του ελαιοκάρπου, ελαιόλαδο
2. γεν. κάθε ρευστή λιπαρή ουσία που προέρχεται από φυτικές, ζωικές ή ορυκτές ουσίες
π.χ. σπορέλαιο, αμυγδαλέλαιο, αραβοσιτέλαιο, φιστικέλαιο, μουρουνέλαιο, αρωματικά έλαια, λιπαντικά έλαια, ορυκτέλαια, αιθέρια έλαια κ.λπ.
3. εκκλ. λάδι για ποικίλες θρησκευτικές χρήσεις («ἅγιον ἔλαιον»)
αρχ.
το τμήμα της αγοράς της αρχαίας Αθήνας όπου πουλούσαν λάδι («ἀναμενῶ σε πρός τοὔλαιον», Μέν.).