Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάδι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (Μ λάδι[ν])
το λιπαρό υγρό που λαμβάνεται με σύνθλιψη του ελαιοκάρπου, ελαιόλαδο
νεοελλ.
1. κάθε ρευστή λιπαρή ουσία που προέρχεται από φυτική, ζωική ή ορυκτή ύλη
2. φρ. α) «άγια λάδια» — το ευχέλαιο
β) «άγιο λάδι» — το άγιο μύρο
γ) «βάζω λάδι» — βαφτίζω
δ) «βγάζει κι από την πέτρα λάδι» — είναι δραστήριος, ικανότατος και πολύ αποδοτικός
ε) «βγαίνω λάδι» — κατορθώνω να θεωρηθώ αθώος
στ) «του βγάζω το λάδι»
i) τον απομυζώ, του παίρνω κάθε ικμάδα
ii) τον πιέζω, τον ταλαιπωρώ πολύ
ζ) «η θάλασσα είναι λάδι» — η θάλασσα είναι απολύτως γαλήνια
η) «ρίχνω λάδι στη φωτιά» — βλ. ρίχνω
3. παροιμ. «τον λαδά τον σκοτώνουμε, μα το λάδι το νηστεύουμε» — λέγεται για άρπαγες και απατεώνες που υποκρίνονται τους θεοσεβείς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λάδι(ν) < ἐλᾴδιον (< ἐλάα, αττ. τ. του ἐλαία), με σίγηση του αρχικού ε-.
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. λαδερός
νεοελλ.
λαδαριό, λαδάς, λαδής, λαδιά, λαδικό, λαδίλα, λαδώνω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) νεοελλ. λαδάκονο, λαδέμπορος, λαδόκολλα, λαδοκούμαρο, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδόμυλος, λαδόξιδο, λαδόπανο, λαδοπίθαρο, λαδοπουλειό, λαδορόι, λαδοτύρι, λαδόχαρτο, λαδοχέρης, λαδόχρωμος, λαδόψωμο].