Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έναρθρος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔναρθρος, -ον)
1. (για φωνή, λόγο κ.λπ.) αυτός που παράγεται από καθαρή σύναψη τών φθόγγων
2. γραμμ. ο γραμματικός τύπος που εκφέρεται με άρθρο («έναρθρο απαρέμφατο, μετοχή» κ.λπ.)
νεοελλ.
αρθρωτός, αυτός που έχει τα μέλη του συναρμοσμένα με αρθρώσεις («έναρθρος ζυγός, μηχανισμός»)
αρχ.
αυτός που έχει ισχυρά άρθρα, μέλη.
επίρρ...
ενάρθρως
1. με τρόπο έναρθρο, με ευκρινή σύναψη τών φθόγγων
2. γραμμ. με άρθρο.