Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ένοπλος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔνοπλος, -ον) όπλον
αυτός που έχει μαζί του ή που χρησιμοποιεί όπλο ή όπλα, οπλισμένος
νεοελλ.
1. (για ενέργεια) αυτός που διεξάγεται, που γίνεται με όπλα («ένοπλη σύρραξη»)
2. φρ. «οι ένοπλες δυνάμεις» — το σύνολο τών στρατιωτικών και ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων του κράτους
αρχ.
(κυρ. για τον Δούρειο Ίππο) αυτός που έχει μέσα του ένοπλους άνδρες («βρέμοντα χρυσεοφάλαρον ἔνοπλον», Ευρ.).
επίρρ...
ενόπλως
με τα όπλα.