Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διδάσκαλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δῐδάσκᾰλος Medium diacritics: διδάσκαλος Low diacritics: διδάσκαλος Capitals: ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Transliteration A: didáskalos Transliteration B: didaskalos Transliteration C: didaskalos Beta Code: dida/skalos

English (LSJ)

ὁ (but fem., h.Merc.556, A.Pr.110, cf.

   A ξυμφορὴ γίνεται δ. Democr.76; πενία ἐπινοιῶν δ. Secund.Sent.10), teacher, master, μαντείης h.Merc. l.c.; δ. τέχνης πάσης βροτοῖς A.Pr. l.c.; δεινῶν ἔργων Lys.12.78; πόλεμος βίαιος δ. Th.3.82; διδάσκαλον λαβεῖν get a master, [S.]Fr.1120.8; εἰς διδασκάλου (sc. οἶκον) φοιτᾶν go to school, Pl.Alc.1.109d, etc.; διδασκάλων or ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναι leave school, Id.Grg.514c, Prt.326c; ἐν διδασκάλων at school, Id.Alc.1.110b.    II trainer of a dithyrambic or dramatic chorus, producer of a play, etc., ἴτω δὲ καὶ τραγῳδίας ὁ Κλεομάχου δ. Cratin. 256, cf. Ar.Av.912, Ach.628, Antipho 6.13, etc.; δ. τοῦ μεγάλου χοροῦ SIG698.8 (Delph., ii B. C.).

German (Pape)

[Seite 615] ὁ, der Lehrer (auch ἡ δ., die Lehrerin, H. h. Merc. 556 Eur. Andr. 684 Luc. Tim. 35), Plat. Apol. 33 a u. öfter, wie Folgde; εἰς διδασκάλου φοιτᾶν, in die Schule gehen, Plat. Alc. I, 109 d u. sonst; εἰς διδασκάλων φοιτᾶν, πέμπειν, Prot. 325 d 326 c; ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναι ibd.; ἐν διδασκάλων ἤκουον Alc. I, 110 a; – δ. χοροῦ, der einen Chor, Drama zum Aufführen einstudirt, der lyrische oder tragische Dichter; daher geradezu = ποιητής, Ar. Av. 909.

Greek (Liddell-Scott)

δῐδάσκᾰλος: ὁ, καὶ ἡ, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 556. κτλ.· διδ. τέχνης πάσης βροτοῖς Αἰσχύλ. Πρ. 110· δεινῶν ἔργων Λυσ. 127. 25· διδάσκαλον λαβεῖν Σοφ. Ἀποσπ. 779· εἰς διδασκάλου (ἐνν. οἶκον) φοιτῶ, = πηγαίνω εἰς τὸ σχολεῖον, Πλάτ. Ἀλκ. 1. 109D, κτλ.· διδασκάλων ἢ ἐκ διδασκάλων ἀπαλλάττομαι, ἀφίνω τὸ σχολείον, ἀποφοιτῶ, ὁ αὐτ. Γοργ. 514C, Πρωτ. 326C· ἐν διδασκάλων, ἐν σχολείῳ, ὁ αὐτ. Ἀλκ. 1. 110Α. ΙΙ. ὁ διθυραμβικὸς ἢ δραματικὸς ποιητὴς ἐκαλεῖτο χοροῦ διδάσκαλος, ἢ ἁπλῶς διδάσκαλος, Κρατῖν. Ὥρ. 2, Ἀριστοφ. Ὄρν. 912, Ἀχ. 628, Ἀντιφῶν 143. 4, διότιἴδιος ἐπεστάτει εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ χοροῦ· πρβλ. χοροδιδάσκαλος καὶ διδάσκω ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 celui ou celle qui enseigne, maître, précepteur;
2 χοροῦ διδάσκαλος ou abs. διδάσκαλος celui qui dirige les répétitions d’un chœur, d’une pièce, càd l’auteur lui-même ; poète dramatique.
Étymologie: διδάσκω.

Spanish (DGE)

(δῐδάσκᾰλος) -ου, ὁ

• Alolema(s): διδέσκ- PMich.170.10, 172.12 (ambos I d.C.); δέσκ- PMich.Teb.123re.21.9 (I d.C.)

• Morfología: fem. ἡ δ. h.Merc.556, A.Pr.110, ἡ δέσκαλος BGU 332.9 (II/III d.C.), POxy.2595.10 (III d.C.); v. tb. δεσκάλη
I 1maestro μαντείης διδάσκαλοι h.Merc.l.c., de la construcción, Pl.Grg.514c, (τῆς κιθαρῳδικῆς τέχνης) PLond.2017.11 (III a.C.), de la palestra, Luc.Anach.24, Asin.8, Paus.6.9.1, δ. τοῦ βασιλέως τῶν τακτικῶν SEG 20.199 (Pafos II a.C.), (τῆς γερδιακῆς τέχνης) PMich.ll.cc., POxy.1647.19 (II d.C.), σημείων δ. profesor de signos e.d. de taquigrafía IPrusa 1043.3 (I/II d.C.), de medicina SEG 41.680.5 (Cos II a.C.)
maestro, profesor de niños y efebos ἀνὴρ δ. τῶν παίδων X.Cyr.1.6.31, παιδοτρῖβαι ... καὶ διδάσκαλοι Arist.Ath.42.3, οἱ παιδευταὶ καὶ διδάσκαλοι τῶν υἱῶν Plb.31.31.1, cf. Thphr.Char.7.4, SEG 41.107.10 (Eleusis IV a.C.), AP 12.219 (Strat.), Hierocl.Facet.77, PMich.Teb.l.c., BGU l.c., POxy.l.c., PGrenf.1.67.2 (VI/VII d.C.), ἐν διδασκάλων en casa de los maestros e.e. en la escuela Pl.Alc.1.110b, φοιτῶν εἰς διδασκάλου frecuentando la casa del maestro, yendo a la escuela Pl.Alc.1.109d, cf. Prt.326c, X.Cyr.2.3.9, γραμμάτων διδάσκαλοι D.H.3.70
maestro gener. ὧν διδάσκαλοι ἢ σύμβουλοι Arist.Rh.1385a5, cf. Epicur.Fr.[101] 17, dicho de la divinidad: de Apolo, A.Eu.279, τὸν θεὸν ... σκαιοῖς δὲ φαῦλον ... διδάσκαλον S.Fr.771
preceptor y consejero de reyes (οἱ ἱερεῖς) τῶν δὲ εἰσηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι γινόμενοι D.S.1.73, δ. Πτολεμαίου τοῦ βασιλέως LXX 2Ma.1.10
en una jerarquía ideal a continuación de los reyes, al mismo nivel que los padres εἶτα γονεῖς καὶ διδάσκαλοι Artem.2.69, διδάσκαλοι φιλάργυροι Vett.Val.163.1
fig., de abstr. o personif. maestro ὅμιλος Heraclit.B 104, cf. E.Andr.684, πηγὴν κλοπαίαν, ἣ δ. τέχνης πάσης βροτοῖς A.Pr.110, ξυμφορά A.Pr.391, Democr.B 76, διδάσκαλοι ἐπικίνδυνοι Gorg.B 11a.4, (Ἔρως) τόλμης καὶ θράσους δ. E.Fr.430, τύχη E.Med.1203, ὁ δὲ πόλεμος ... βίαιος δ. Th.3.82, νόμος Ph.1.240, Philostr.VA 4.31, ἧς (ὀρχήσεως) δ. ἡ ῥυθμική Aristid.Quint.56.22, (πενία) ἐπινοιῶν δ. Secund.Sent.17.
2 instructor al frente de un coro, maestro de coro dicho de poetas τραγῳδίας δ. Cratin.276, χοροῖσιν ἐφέστηκεν τρυγικοῖς ὁ δ. ἡμῶν Ar.Ach.628, cf. Au.912, Pherecr.236, Antipho 6.13, χορευταὶ τε καὶ διδάσκαλοι καὶ ὑποδιδάσκαλοι Pl.Io.536a, cf. IG 3.34, δ. τοῦ μ[ε] γάλου χοροῦ SIG 698.8 (Delfos II a.C.), δ. κατὰ νόμον IG 5(1).209.16 (Esparta I a.C.), cf. Hsch.
3 entre los judíos maestro versado en la Ley, de Jesús Eu.Matt.8.19
equiv. a rabino ὁ δ. νομομαθής CIIud.333.2 (Roma), cf. 594 (Apulia)
crist. maestro de la Escritura y la fe, doctor en la Iglesia Act.Ap.13.1, δ. ἐθνῶν ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ 1Ep.Ti.2.7, de los apóstoles, 2Ep.Ti.1.11, como orden eclesiástico λειτουργία τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων Didache 15.1, cf. Herm.Vis.3.5.1, Clem.Al.Ecl.23, de Cristo, Iust.Phil.1Apol.12.9.
4 gener. maestro, persona más versada o adiestrada en algo, c. gen. de abstr. μέγιστον ... τῶν κακῶν διδάσκαλον A.Th.573, πρότερος ἐξ ἀρχῆς λέγων γένοιτ' ἂν ... πράγματος δ. A.Eu.584, (γυναῖκες) διδάσκαλοι κακῶν E.Andr.946, ἀρχηγοὶ ... καὶ διδάσκαλοι τῶν τοιούτων ἔργων Isoc.12.101, cf. Lys.12.78, ῥᾳθυμίας καὶ τρυφῆς Ph.2.288, ποιηταὶ μίμων καὶ γελοίων διδάσκαλοι Ph.2.522. • DMic.: di-da-ka-re.

English (Strong)

from διδάσκω; an instructor (genitive case or specially): doctor, master, teacher.

English (Thayer)

διδασκαλου, ὁ (διδάσκω), a teacher; in the N. T. one who teaches concerning the things of God, and the duties of man:
1. of one who is fitted to teach, or thinks himself so: רַב is rendered in Greek διδάσκαλος: ῤαββί, and Pressel in Herzog xii., p. 471 f; (Campbell, Dissert. on the Gospels, diss. vii. part 2).
3. of those who by their great power as teachers drew crowds about them;
a. of John the Baptist: L T Tr WH.
5. of the apostles: ὁ διδάσκαλος τῶν ἐθνῶν, of Paul, Homer (h. Merc. 556), Aeschylus, others)

Greek Monolingual

ο
βλ. δάσκαλος.

Greek Monotonic

δῐδάσκᾰλος: ὁ και ἡ (δῐδάσκω),
I. δάσκαλος, γραμματοδιδάσκαλος, καθηγητής, σε Ομηρ. Ύμν., Αισχύλ. κ.λπ.· εἰςδιδασκάλου (ενν. οἶκον) φοιτᾶν, πηγαίνω στο σχολείο, σε Πλάτ.· διδασκάλων ή ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναι, εγκαταλείπω, αφήνω το σχολείο, αποφοιτώ, στον ίδ.· ἐν διδασκάλων, στο σχολείο, στον ίδ.
II. ένας δραματικός ποιητής αποκαλούνταν διδάσκαλος, επειδή δίδασκε τους υποκριτές, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

διδάσκᾰλος: ὁ и ἡ
1) учитель(ница), преподаватель(ница), наставник (наставница) (μαντείης HH; τέχνης πάσης βροτοῖς Aesch.): δ. οὐδενὸς πώποτ᾽ ἐγενόμην Plat. я никогда не был ничьим учителем; εἰς διδασκάλων или διδασκάλου (sc. οἶκον) Plat. в школу; ἐν διδασκάλων (sc. οἶκῳ) Plat. в школе; (ἐκ) διδασκάλων (sc. οῖκου) Plat. из школы;
2) театр. (тж. χοροῦ δ.) постановщик, преимущ. тж. автор трагедий, поэт (πάντες ἐσμὲν οἱ διδάσκαλοι Μουσάων θεράποντες Arph.).

Middle Liddell

δῐδάσκᾰλος, ὁ, ἡ, n διδάσκω
I. a teacher, master, Hhymn., Aesch., etc.: εἰς διδασκάλου (sc. οἶκον) φοιτᾶν to go to school, Plat.; διδασκάλων or ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναι to leave school, Plat.; ἐν διδασκάλων at school, Plat.
II. a dramatic poet was called διδάσκαλος because he taught the actors, Ar.

Chinese

原文音譯:did£skaloj 笛打士卡羅士
詞類次數:名詞(58)
原文字根:教(者) 相當於: (קָרָא‎)
字義溯源:教導者,教師,師傅,先生,夫子;源自(διδάσκω)=教);而 (διδάσκω)出自(δαπάνη)Y*=學)。這字大部分用在四福音書中,稱主耶穌為:夫子(約40次)。在書信中說到神在教會所設立的教師( 林前12:28 ,29; 弗4:11);在其他書信中,這字也多譯為:
同義字:1) (διδάσκαλος)教導者 2) (καθηγητής)嚮導,師尊 3) (παιδευτής)訓練者,師傅
出現次數:總共(58);太(11);可(12);路(17);約(8);徒(1);羅(1);林前(2);弗(1);提前(1);提後(2);來(1);雅(1)
譯字彙編
1) 夫子(38) 太8:19; 太12:38; 太19:16; 太22:16; 太22:24; 太22:36; 太26:18; 可4:38; 可9:17; 可9:38; 可10:17; 可10:20; 可10:35; 可12:14; 可12:19; 可12:32; 可13:1; 可14:14; 路3:12; 路7:40; 路8:49; 路9:38; 路10:25; 路11:45; 路12:13; 路18:18; 路19:39; 路20:21; 路20:28; 路20:39; 路21:7; 路22:11; 約1:38; 約8:4; 約11:28; 約13:13; 約13:14; 約20:16;
2) 先生(9) 太9:11; 太10:24; 太10:25; 太17:24; 可5:35; 路6:40; 路6:40; 約3:10; 羅2:20;
3) 教師(8) 路2:46; 林前12:28; 林前12:29; 弗4:11; 提前2:7; 提後1:11; 來5:12; 雅3:1;
4) 好些教師(1) 提後4:3;
5) 幾位教師(1) 徒13:1;
6) 師傅(1) 約3:2