Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αήττητος

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀήττητος και ἀήσσητος -ον) ἡττῶμαι
αυτός που δεν νικήθηκε ή δεν μπορεί να νικηθεί, ανίκητος, ακατάβλητος, ακαταμάχητος.