Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀήττητος

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

German (Pape)

[Seite 45] = ἀήσσητος, unbesiegt, Plat. Menex. 243 d; unbesieglich, Rep. II, 375 b; oft Plut.

French (Bailly abrégé)

att. c. ἀήσσητος.

Russian (Dvoretsky)

ἀήττητος: атт. = ἀήσσητος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀήττητος: -ον, μεταγεν. Άττ. ἀντὶ ἀήσσητος.

Spanish (DGE)

v. ἀήσσητος.

Greek Monotonic

ἀήττητος: -ον, μεταγεν. Αττ. αντί ἀήσσητος.