Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγροδίαιτος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ἀγροδίαιτος, -ον (Α)
αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα.