Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγροδίαιτος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

ἀγροδίαιτος, -ον (Α)
αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα.