Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωρικός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: χωρικός Medium diacritics: χωρικός Low diacritics: χωρικός Capitals: ΧΩΡΙΚΟΣ
Transliteration A: chōrikós Transliteration B: chōrikos Transliteration C: chorikos Beta Code: xwriko/s

English (LSJ)

ή, όν, (χώρα)

   A rustic, rural, Vett.Val.7.8; ἐργάται POxy.141.5 (vi A. D.), cf. Poll.9.13; in Egypt, λειτουργίαι χ., of services rendered in the χώρα, i.e. outside Alexandria (cf. χώρα 11.3), OGI669.34 (i A. D.); χ. βιβλιοθήκη PFlor.46.1 (ii A. D.).    2 indigenous, κάλαμος PMag.Par.1.63; ἀρτεμισία cj. for χλωρ- (q. v.) ib.914; φῦκος PHolm.21.45.

German (Pape)

[Seite 1388] = χωριτικός; ὄρχησις Poll. 4, 105; bei Xen. Cyr. 4, 5,54 f. L.

Greek (Liddell-Scott)

χωρικός: -ή, -όν, (χώρα) ὡς καὶ νῦν, ἀγροτικός, ὁ ἐν τοῖς ἀγροῖς κατοικῶν, ἀγρότης, Συλλ. Ἐπιγρ. 4957. 34, Πολυδ. 9. 13· τις τῶν χωρικῶν Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 6. 40· ἴδε Δουκάγγ. - Ἐπίρρ. -κῶς, Συνέσ. 167Α.

Spanish

de la zona, indígena

Greek Monolingual

(I)
-ή, -ό / χωρικός, -ή, -όν, ΝΜΑ χώρα
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χωριό ή αυτός που προέρχεται από το χωριό, αγροτικός
νεοελλ.
φρ. «χωρικά ύδατα»
(νομ.) η μεταξύ τών ακτών ή της εσωτερικής θάλασσας ορισμένου κράτους και της ελεύθερης θάλασσας
θαλάσσια περιοχή στην οποία ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα το κράτος αυτό
νεοελλ.-μσν.
(το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο χωρικός και η χωρική
ο κάτοικος του χωριού, χωριάτης
μσν.
1. μτφ. κουτός ή παράλογος
2. το αρσ. ως ουσ. άνθρωπος ηλίθιος
αρχ.
1. ιθαγενής, ντόπιος.
επίρρ...
χωρικῶς Α
(πιθ. τ.) με τρόπο που αρμόζει σε έναν χωρικό.
(II)
-ή, -ό, Ν χώρος
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χώρο (α. «χωρική διάσταση» β. «χωρική καμπύλη»).