Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αιτιατική

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α αἰτιατική)
μία από τις πλάγιες πτώσεις, η τέταρτη κατά σειρά της αρχαίας και η τρίτη της νέας ελληνικής γλώσσας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. αἰτιατός.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αιτιατικοσύντακτος, αιτιατικοφανής].