Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακρόδρυα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

τα (Α ἀκρόδρυα) Ν και ακρόδυα
1. καρποί φυλλωδών φυτών, που όταν ωριμάζουν έχουν κέλυφος (αμύγδαλα, κάστανα κ.λπ.), σε αντίθεση με τις οπώρες
2. τα δέντρα που παράγουν αυτούς τους καρπούς, αλλά και γενικά κάθε οπωροφόρο
αρχ.
οι καρποί που γίνονται στα υψηλότερα κλαδιά τών δέντρων και, γενικά, κάθε είδος καρπού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρο- (Ι) + δρῦς.
ΠΑΡ. νεοελλ. ακρόδυα].