Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δρῦς

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: δρῦς Medium diacritics: δρῦς Low diacritics: δρυς Capitals: ΔΡΥΣ
Transliteration A: drŷs Transliteration B: drys Transliteration C: drys Beta Code: dru=s

English (LSJ)

ἡ (Pelop. ὁ, acc. to Sch.Ar.Nu.401, cf. IG9(1).485.5 (Thyrrheum), but fem. in Arc., Schwyzer 664.23): gen. δρυός: acc. δρῦν (

   A δρύα Q.S.3.280): nom. pl. δρύες Il.12.132, A.Pr.832, etc., δρῦς Thphr.CP2.9.2, Paus.8.12.1: acc. pl. δρῦς Ar.Eq.528, Nu.402, δρύας S.Fr.403, Call.Del.84, AP7.8 (Antip. Sid.): gen. δρυῶν Hdt.7.218: dual δρύε Hdn.Gr.1.420. [ῠ, exc. in δρῦς, δρῦν: gen. δρῡός at the beginning of a verse, Hes.Op.436]:—originally, tree (δρῦν ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ… πᾶν δένδρον Sch.Il.11.86, cf. Hsch.); including various trees, Thphr.HP3.8.2; esp. Quercus Aegilops (φηγός) and Quercus Ilex (πρῖνος), cf. ἡ φηγὸς καὶ ἡ πρῖνος εἴδη δρυός Dsc.1.106; opp. πεύκη, Il.11.494; opp. πίτυς, Od.9.186, cf. Il.13.389, 23.328, etc.; στέφανος δρυός crown of oak leaves, SIG2588.7 (Delos, ii B. C.); commonly, the oak, δ. ὑψικάρηνοι, ὑψίκομοι, Il.12.132, 14.398, cf. 13.389, 23.328, etc.; sacred to Zeus, who gave his oracles from the oaks of Dodona, Od.14.328; αἱ προσήγοροι δρύες A.Pr.832; πολύγλωσσος δ. S.Tr.1168, cf. Pl.Phdr.275b: prov., οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι… οὐδ' ἀπὸ πέτρης thou art no foundling from the woods or rocks, i. e. thou hast parents and a country, Od.19.163, cf. Pl.Ap.34d, R. 544d, AP10.55 (Pall.); but οὐ μέν πως νῦν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης… ὀαρίζειν 'tis no time now to talk at ease from tree or rock, like lovers, Il.22.126; ἀλλὰ τί ἦ μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην; why all this about trees and rocks (i. e. things we have nothing to do with)? Hes.Th.35; also διὰ πέτρας καὶ διὰ δρυὸς ὁρᾶν 'to see through a brick wall', Plu.2.1083d.    II of other trees bearing acorns or mast (Paus.8.1.6), πίειρα δρῦς the resinous wood (of the pine), S.Tr.766; of the olive, E.Cyc.615 (lyr.); δ. θαλασσία, = ἁλίφλοιος, Ps.-Democr.Symp.Ant.p.5G.    III δ. ποντία, gulf-weed, Sargassum vulgare, Thphr.HP4.6.9.    IV metaph., worn-out old man, AP6.254 (Myrin.), Artem.2.25. (Cogn. with δόρυ; cf. Skt. dru- 'wood', in compds.)

German (Pape)

[Seite 669] δρυός, ἡ, die Eiche; von Hom. an überall. Homerische Formen: δρῦς nomin. singul. Iliad. 13, 389, δρυός Iliad. 22, 126 Odyss. 14, 12, δρυΐ Iliad. 18, 558, δρύες Iliad. 12, 132, δρυσίν Iliad. 14, 398 Odyss. 9, 186, δρῦς accusat. plural. Iliad. 11, 494. 23, 118. Bei Sophocl. Meleag. frgm. 354 ed. Dindorf. Oxon. (aus Hesych. s. v. Ἰξοφόρους) accusat. plural. δρύας; bei Aristoph. Nub. 402 accusat. plural. τὰς δρῦς τὰς μεγάλας. Der accus. sing. lautet regelmäßig δρῦν; abweichend δρύα Quint. Sm. 3, 280. Bei Arcad. p. 131, 16 dual. δρύε. Masculin. war das Wort bei den Peloponnesiern nach Scholl. Aristoph. Nub. 401; es findet sich als mascul. bei Sp.; bei Homer deutlich als femin. Iliad. 11, 494 πολλὰς δὲ δρῦς ἀζαλέας und Iliad. 23, 118 αὐτίκ' ἄρα δρῦς ὑ ψικόμους ταναήκεϊ χαλκῷ τάμνον ἐπειγόμενοι· ταὶ δἔ μεγάλα κτυπέουσαι πῖπτον. τὰς μὲν ἔπειτα διαπλήσσοντες Ἀχαιοὶ ἔκδεον ἡμιόνων (vgl. Scholl. Aristonic.); auch Iliad. 12, 132 ἕστασαν ὡς ὅτε τε δρύες οὔρεσιν ὑψικάρηνοι, αἵ τ' ἄνεμον μίμνουσι καὶ ὑετὸν ἤματα πάντα, ῥίζῃσιν μεγάλῃσι διηνεκέεσσ' ἀραρυῖαι. Die δρῦς war dem Zeus heilig, dessen Stimme aus der Orakeleiche von Dodona ertönte, Odyss. 14, 328. 19, 297 τὸν δ' ἐς Δωδώνην φάτο βήμεναι, ὄφρα θεοῖο ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο Διὸς βουλὴν ἐπακούσαι, ὅππως νοστήσῃ (νοστήσειε) κτἑ.; im plural. Aeschyl. Prom. 832 τὴν αἰπύνωτόν τ' ἀμφὶ Δωδώνην, ἵνα μαντεῖα θῶκός τ' ἐστὶ Θεσπρωτοῦ Διός, τέρας τ' ἄπιστον. αἱ προσήγοροι δρύες, ὑφ' ὧν σὺ λαμπρῶς κοὐδὲν αἰνικτηρίως προσηγορεύθης ἡ Διὸς κλεινὴ δάμαρ μέλλουσ' ἔσεσθ', εἰ τῶνδε προσσαίνει σέ τι κτἑ.; im singular. Soph. Trach. 1168 ἃ τῶν ὀρείων καὶ χαμαικοιτῶν ἐγὼ Σελλῶν ἐσελθὼν ἄλσος εἰσεγραψάμην πρὸς τῆς πατρῴας καὶ πολυγλώσσου δρυός, ἥ μοι χρόνῳ τῷ ζῶντι καὶ παρόντι νῦν ἔφασκεμόχθων τῶν ἐφεστώτων ἐμοὶ λύσιν τελεῖσθαι. Auch Herodot. 2, 55 redet nur von einem Baune, den er φηγός nennt. Die Eiche scheint im Leben der ältesten Griechen überhaupt eine große Rolle gespielt zu haben; uralte Sprichwörter: Hom. Odyss. 19, 163 ἀλλὰ καὶ ὧς μοι εἰπὲ τεὸν γένος, ὁππόθεν ἐσσί· οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου, οὐδ' ἀπὸ πέτρης, »du stammst doch nicht von der Eiche, auch nicht vom Felsen«, d. h. du mußt doch Aeltern und Vaterland haben, du bist doch nicht vom Himmel gefallen, nicht hinter dem Zaune gefunden; man beachte das παλαιφάτου, durch welches Homer schon die Redensart als ein altes Sprichw. bezeichnet; übrigens giebt es eine var. lect. παλαιφάγου, Scholl. τινὲς δὲ παλαι ex φάγου, ἐπειδὴ οἱ παλαιοὶ ἐβαλανοφάγουν· παρὸ καὶ φηγός ὡς φαγός τις οὖσα; die Homerische Stelle hat vor Augen Plat. Rep. VIII, 544 d ἢ οἴει ἐκ δρυός ποθεν ἢ ἐκ πέτρας τὰς πολιτείας γίγνεσθαι, ἀλλ' οὐχὶ ἐκ τῶν ἠθῶν τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν κτἑ.; Apolog. 34 d καὶ γὰρ τοῦτο αὐτὸ τὸ τοῦ Ὁμήρου, οὐδ' ἐγὼ ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης πέφυκα, ἀλλ' ἐξ ἀνθρώπων, ὥστε καὶ οἰκεῖοί μοί εἰσι καὶ υἱεῖς κτἑ. Hom. Iliad. 29, 126 ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα φίλος διελέξατο θυμός; – οὐ μέν πως νῖν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης τῷ ὀαριζέμεναι, ἅ τε παρθένος ἠίθεός τε, παρθένος ἠίθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιιν, es ist nicht Zeit, ein ruhiges und weitschweifiges Gespräch zu führen, von der Eiche und vom Felsen anhebend; Hesiod. Theogon. 35 ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην; vgl. Gruppe Über die Theogonie des Hesiod (Berlin 1841) S. 38. Plat. Phaedr. 275 b οἱ δέ γ', ὦ φίλε, ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Δωδωναίου ἱερῷ δρυὸς λόγους ἔφησαν μαντικοὺς πρώτους γενέσθαι. τοῖς μὲν οὖν τότε, ἅτε οὐκ οὖσι σοφοῖς ὥσπερ ὑμεῖς οἱ νέοι, ἀπέχρη δρυὸς καὶ πέτρας ἀκούειν ὑπ' εὐηθείας, εἰ μόνον ἀληθῆ λέγοιεν· σοὶ δ' ἴσως διαφέρει τίς ὁ λέγων καὶ ποδαπός. Plutarch. Adv. Stoic. 44 καίτοι λέγεται μὲν ὁ Λυγκεὺς ἐκεῖνος διὰ πέτρας καὶ διὰ δρυὸς ὁρᾷν. Allgemein bekannt it das δρύας καὶ πέτρας ἄγειν des Orpheus, vgl. z. B. Antipat Sid. 67 (VII, 8) Οὐκέτι θελγομένας, Ὀρφεῦ, δρύας, οὐκέτι πέτρας ἄξεις. Ueber die Redensarten ἄλλην δρῦν βαλάνιζε und ἅλις δρυός fz. B Eustath. Odyss. 19, 163 p. 1859, 49. – In alterthümlicher Sprache soll das Wort δρῦς die allgemeine Bedeutung »Baum« gehabt haben: Scholl. Aristonic. Iliad. 11, 86 – καθ' ἣν ὥραν καὶ ὁ δρυτόμος ἀριστοποιεῖται, ἤγουνὑλοτόμος, ὁ ξυλοτόμος· δρῦν γὰρ ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ ἀπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου πᾶν δένδρον, Lehrs Aristarch. p. 153; vgl. Hesych. Δρῦς· πᾶν ξύλον καὶ δένδρον; Etymol. m. p. 288, 21 πᾶν γὰρ ξύλον δρῦς καλεῖται παρὰ τοῖς παλαιοῖς κτἑ. In der That scheint δρῦς verwandt zu sein mit δένδρεον, δένδρον, δενδρύδιον, δενδρυάζω, wie mit δόρυ, δούρειος, δουράτεος, und mit δρίος, δρυμός, δρυμά; Sanskrit. drus = Holz, Baum, drumas = Baum, dâru = Holz; Goth. triu = Baum; Alts. trio = Balken, Holz, Baum. Hiernach wäre für δρῦς die Bedeutung »Baum« die Grundbedeutung, vgl. Curtius Grundzüge der Griech. Etymologie Tb. 1 S. 204. Man erklärt Soph. Trach. 766 πιείρας δρυός = Fichte; und Eurip. Cycl. 615 δρυὸς ἄσπετον ἔρνος = Oelbaum. – Redensart δρῦν φέρειν διὰ τῆς ἀγορᾶς, einen Baumzweig tragen, was die Freigelassenen bei den Panathenäen thun mußten, B. A. p. 242. – Auf Menschen übertr., wie alter Knast (vgl. γεράνδρυον), ein alter Mensch, Myrin. 2 (VI, 254); vgl. Artemid . 2, 25 – Bei Hesiod. O. 436 ist das υ in δρυός lang, δρυὸς ἔλυμα Versanfang.

Greek (Liddell-Scott)

δρῦς: ἡ, (ὡσαύτως ὁ, κατὰ τὸν Σχολ. Ἀριστοφ. Νεφ. 401, καὶ παρὰ μεταγεν.)· γεν. δρυός· αἰτ. δρῦν, = δρύα μόνον παρὰ Κοΐντ. Σμ. 3. 280· ὀνόμ. καὶ αἰτ. πληθ. δρῦς, ἀλλ’ ὡσαύτως δρύες, δρύας, Ἰλ. Μ. 132, Αἰσχύλ. Πρ. 832, Σοφ. Ἀποσπ. 354· γεν. δρυῶν Ἡρόδ. 7. 218. [ῠ, πλὴν ἐν τοῖς δρῦς, δρῦν· ἀλλά γεν. δρῡός ἐν ἀρχῇ στίχου, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 434]. (Ἐκ τῆς √ΔΡΥ παράγονται ὡσαύτως τὰ δρῡμός, δρῠμά, δένδρον, δρία, δόρυ (δουρός), πρβλ. Σανσκρ. dru-s, dru-mas (arbor), dâr-u (lignum), Ζενδ. dru (lignum), Γοτθικ. triu (ξύλον), Παλαιο- Σκανδιν. tré, Ἀγγλο-Σαξον. treow (Ἀγγλ. tree), κτλ.). Κατ’ ἀρχάς, πᾶν δένδρον (δρῦν ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ… πᾶν δένδρον Σχόλ. Ἰλ. Λ. 86, ἴδε κατωτ.), ἀλλὰ συνήθως τὴν δρῦν, Λατ. quercus, Ὅμ., κτλ.· ἥτις περιγράφεται ὡς ὑψίκομος Ἰλ. Ξ. 398, κτλ.· ὑψικάρηνος Μ. 132· ἐν χρήσει πρὸς ναυπηγίαν (πρβλ. δρύοχοι), Ν. 389 κἑξ.· ἐπίσημος διὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς, Ψ. 328· ἱερὰ δὲ τοῦ Διὸς, ὅστις ἔδιδε τοὺς χρησμοὺς διὰ τῶν δρυῶν τῆς Δωδώνης, Ὀδ. Ξ. 328· αἱ προσήγοροι δρύες Αἰσχύλ. Πρ. 832· πολύγλωσσος δρῦς Σοφ. Τρ. 1168, πρβλ. Πλάτ. Φαίδρ. 275Β, καὶ ἴδε φηγός· ― παροιμ., οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι… οὐδ’ ἀπὸ πέτρης, δὲν ἐφύτρωσας ἀπὸ τὰ δάση ἢ τοὺς βράχους, ἀλλ’ ἔχεις γονεῖς καὶ πατρίδα, Ὀδ. Τ. 163, πρβλ. Πλάτ. Ἀπολ. 34D, Πολ. 544D· ― ἀλλά, οὐ μέν πως νῦν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ’ ἀπὸ πέτρης… ὀαριζέμεναι, δὲν εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ὁμιλῶμεν καθ’ ἡσυχίαν ἀπὸ δένδρου ἢ βράχου ὡς ἐρασταί, Ἰλ. Χ. 126· ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην ; πρὸς τί ὅλα ταῦτα περὶ δένδρων καὶ βράχων (δηλ. περὶ πραγμάτων μεθ’ ὧν οὐδεμίαν ἔχομεν σχέσιν); Ἡσ. Θ. 35 (καὶ ὁ Göttling δίδει παρομοίαν ἑρμηνείαν εἰς τὸ τελευταῖον μνημονευθὲν χωρίον τῆς Ἰλ.). ΙΙ. ἐπὶ ἄλλων δένδρων, πίειρα δρῦς, τὸ ῥητινῶδες ξύλον (τῆς πεύκης), Σοφ. Τρ. 763· ἐπὶ τῆς ἐλαίας, Εὐρ. Κύκλ. 615, πρβλ. 455· δρῦς θαλασσία, = ἁλίφλοιος Meineke Κωμ. Ἀποσπ. 2. 428. ΙΙΙ. μεταφ., ἐξησθενωμένος γέρων, ὡς τὸ γεράνδρυον, Ἀνθ. Π. 6. 254, Ἀρτεμ. 2. 25 πρβλ. τοῦ Ὁρατίου aridae quercus, Ὀδ. Δ. 13, 9.

French (Bailly abrégé)

υός (ἡ) :
υΐ, ῦν ; ύες-ῦς, υῶν, υσί, ύας-ῦς;
1 chêne, arbre consacré à Zeus, qui rendait ses oracles par les chênes de Dodone ; αἱ προσήγοροι δρύες ESCHL les chênes qui parlent à (ceux qui les consultent) ; πολύγλωσσος δρῦς SOPH chêne qui faisait entendre des bruits divers (d’après lesquels on prophétisait);
2 pin.
Étymologie: cf. skr. drus, darus.

English (Autenrieth)

υός (δόρυ): tree, oak; prov., οὔ πως νῦν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης ὀαρίζειν, Il. 22.126; οὐκ ἀπὸ δρυὸς οὐδ ἀπὸ πέτρης ἐσσί, Od. 19.163. From tree or rock, in both proverbs.

English (Slater)

δρῡς (ἡ)
   1 oak εἰ γάρ τις ὄζους ὀξυτόμῳ πελέκει ἐξερείψειεν μεγάλας δρᾰός (P. 4.264) ἴδεν Λυγκεὺς δρᾰὸς ἐν στελέχει ἡμένους (N. 10.61)

Greek Monolingual

ο, η και δρυ, το (AM δρῡς, η)
1. δέντρο τών δασών, του οποίου υπάρχουν πολλά είδη
ο καρπός του περιέχει άφθονο άμυλο, βαλανιδιά
2. παροιμ. «δρυὸς πεσούσης πᾱς ἀνὴρ ξυλεύεται» — όταν χάσει κανείς τη δύναμη του όλοι σπεύδουν να επωφεληθούν
αρχ.
1. κάθε δέντρο
2. άλλα δέντρα που παράγουν βαλανίδια
3. γέρος εξασθενημένος από την ηλικία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δρυς ανάγεται σε ΙΕ ρ. drŭ- «δένδρο», η οποία με άλλες μεταπτωτικές βαθμίδες εμφανίζεται σε διάφορες λέξεις
πρβλ. δόρυ < dor-w, αρχ. ινδ. dāru, δένδρεον < der-drew-on, καθώς και στη γλώσσα του Ησυχίου «δροόν (< drow-)- ισχυρόν, Αργείοι». Η μακρότητα του τύπου οφείλεται είτε στο ότι πρόκειται για λέξη θηλυκού γένους (αναλογικά προς άλλες ονομασίες δένδρων) είτε στο ότι είναι τύπος μονοσύλλαβος. Συνδέεται με αρχ. ινδ. dru- «ξύλο» στα dru-șad- «αυτός που κάθεται στο ξύλο», su-dru- «αυτό που αποτελείται από καλό ξύλο», αρχ. σλ. drŭva «ξύλο», αλβ. dru (< druua) «ξύλο, δένδρο» κ.ά. Για τη σημ. «σταθερός, ισχυρός» που εμφανίζεται στη γλώσσα του Ησύχ. «δροόν- ισχυρόν» (από την ίδια ρίζα der-w- / dr-eu- «δένδρο») υπετέθη ότι είναι υστερογενής και ότι προήλθε από την ονομασία του ξύλου].

Greek Monotonic

δρῦς: ἡ, γεν. δρῠός, αιτ. δρῡν· πληθ., ονομ. και αιτ. δρῦς ή δρύες, δρύας, γεν. δρυῶν·
I. αρχικά, κάθε δέντρο (το οποίο πραγματικά προέρχεται από την ίδια ρίζα), κοινώς, βελανιδιά, Λατ. quercus, σε Όμηρ. κ.λπ.· αποδιδόμενο στον Δία, ο οποίος έδινε τους χρησμούς του από τις βελανιδιές της Δωδώνης, σε Ομήρ. Οδ.· από όπου, αἱ προσήγοροι δρύες, σε Αισχύλ.· παροιμ., οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι οὐδ' ἀπὸ πέτρης, εσύ δεν φύτρωσες ούτε από τα δάση ούτε από τους βράχους, δηλ. έχεις γονείς και πατρίδα, σε Ομήρ. Οδ.· οὐ νῦν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης ὀαρίζειν, δεν είναι τώρα καιρός να μιλάμε ήσυχα, από δέντρο ή βράχο, σε Ομήρ. Ιλ.
II. λέγεται για τα υπόλοιπα δέντρα, πίειρα δρῦς, το ρητινώδες ξύλο (του πεύκου), σε Σοφ.· λέγεται για την ελιά, σε Ευρ.
III. μεταφ., εξασθενημένος γέροντας, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δρῦς: δρῠός, у Hes. тж. δρῡός ἡ (dat. δρυΐ, acc. δρῦν; pl.: nom. δρύες и δρῦς, acc. δρύας и δρῦς)
1) дерево (ὁ δρυοκολάπτης κόπτει τὰς δρῦς Arst.): πίειρα δ. Soph. = πεύκη;
2) преимущ. дуб Hom., Hes., Trag., Arst., Plut.: δ. προσήγορος Aesch. или πολύγλωσσος Soph. вещий дуб (по шелесту которого гадали); в погов.: δ. καὶ πέτρα дуб (дерево) и камень, т. е. и то и се, всякая всячина; οὐκ ἀπὸ δρυὸς οὐδ᾽ ἀπὸ πέτρης εἶναι Hom. или πεφυκέναι погов. Plat. быть не без роду и племени; οὐ νῦν ἔστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ᾽ ἀπὸ πέτρης ὀαριζέμεναι Hom. не время разглагольствовать; διὰ πέτρας καὶ διὰ δρυὸς ὁρᾶν Plut. видеть все насквозь; ἡ μαλακὴ δ. Anth. трухлявый дуб (о дряхлом старике).

Etymological

δρυός
Grammatical information: f.
Meaning: tree, esp. oak (Il.).
Dialectal forms: (dial. sometimes also m., s. Schwyzer-Debrunner 37 n. 2). Myc. durutomo \/dru-tomoi\/.
Compounds: See s.v. ἄδρυα, ἁμάδρυα, γεράνδρυον, ἔνδρυον καρδία δένδρου, καὶτὸ μέσαβον H; μελάνδρυα also slices of tunny
Derivatives: δρύϊνος oaken (Od.), δρυΐνας name of a snake, living in oaks (Nic.); δρυΐτης kind of cypress (Thphr.), name of a precious stone (Plin.; cf. Redard Les noms grecs en -της 71 and 54); Δρυάς Dryade, tree-nymphe (Plu.), also name of a snake (Androm. ap. Gal.; cf. δρυΐνας); thematic lengthening in δρύου gen. bush (POxy. 7, 1044, [7]; 8; 12, II-IIIp); but the thematic finals in μελάν-δρυ-ον heart-wood, ἔν-δρυ-ον oaken peg (Hes. Op. 469) belong to δόρυ. - Idem for, e. g. δρύ-οχοι m. pl. ribs of a ship (Od.; cf. Wackernagel Unt. 186, Hermann Gött. Nachr. 1943, 6f.), δρυ(ο)-κολάπτης woodpecker (Ar.); parallel meanings in Schwentner KZ 73, 112f.; short form (after animal names in -οψ) δρύοψ (Ar. Av. 304); also as PN (Υ 455) and as peoples name, s. v. Wilamowitz Glaube 1, 52 n. 1. - On δρύφακτοι s. v.
Origin: IE [Indo-European] [214] doru, gen. dreus wood, tree
Etymology: Apart from the vowel length, which follows from the feminine gender (Wackernagel l. c.), δρῦς is identical with Skt. dru- wood e. g. in dru-ṣád- sitting on wood (on a tree), su-drú- of good wood. Other cognates are: OCS drъva n. pl. wood, Alb. dru f. (< *druu̯ā) wood, tree, Germ., e. g. Goth. triu < PGm. *treu̯a-, IE *dreu̯-o-. - The feminine δρῦς (after other tree names, cf. Wackernagel Syntax 2, 17) from the oblique case-forms of the word for wood, Gr. δόρυ, Skt. dā́ru (gen. drú-ṇ-aḥ and dró-h). (Janda Stock und Stein assumes a collective *druh₂- (with -s in the nom.). The meaning fest, strong, in Greek seen in δροόν ἰσχυρόν (s. v.), is frequent in Germ., e. g. OE trum fest, strong, healthy (formally = δρυμά wood, Skt. druma- tree), Goth. triggws (< *treu̯u̯a-, IE *dreu(u̯)-o-) true. The meaning wood is the most frquent, and will be original, s. esp. Osthoff Etym. parerga 1, 169f. Specht KZ.66, 58f., Benveniste Word 10, 257ff. start from an adj. hard, fest. - See Lat. dūrus.

Middle Liddell


I. originally a tree (which indeed comes from the same Root), commonly the oak, Lat. quercus, Hom., etc.; sacred to Zeus, who gave his oracles from the oaks of Dodona, Od.;—hence, αἱ προσήγοροι δρύες Aesch.:—proverb., οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι οὐδ' ἀπὸ πέτρης thou art no foundling from tree or rock, i. e. thou hast parents and a country, Od.; οὐ νῦν ἐστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης ὀαρίζειν 'tis no time now to talk at ease from tree or rock, Il.
II. of other trees, πίειρα δρῦς the resinous wood (of the pine), Soph.; of the olive, Eur.
III. metaph. a wornout old man, Anth.

originally a tree (which indeed comes from the same root), commonly the oak, Lat. quercus, Hom., etc.; sacred to Zeus, who gave his oracles from the oaks of Dodona, Od.; hence, αἱ προσήγοροι δρύες, Aesch.:—proverb οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι οὐδ' ἀπὸ πέτρης thou art no foundling from tree or rock, i.e. you have parents and a country, Od.; οὐ νῦν ἐστιν ἀπὸ δρυὸς οὐδ' ἀπὸ πέτρης ὀαρίζειν it is no time now to talk at ease from tree or rock, Il..
II. of other trees, πίειρα δρῦς the resinous wood (of the pine), Soph.; of the olive Eur..
III. metaph. a worn-out old man, Anth.