Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντίθεση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM ἀντίθεσις)
1. η σχέση μεταξύ δύο εννοιών κατά τέτοιο τρόπο ώστε η μία να αποκλείει την άλλη
2. ουσιώδης διαφορά, διάσταση
νεοελλ.
σχήμα λόγου κατά το οποίο ασύμβατες λέξεις ή αντίθετα νοήματα και έννοιες παρατίθενται για να εξάρουν τον λόγο και να δημιουργήσουν εντύπωση
αρχ.
1. αντιστοιχία
2. γραμμ. εναλλαγή γραμμάτων σε μιά λέξη.