Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακύμαντος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκύμαντος, -ον) κυμαίνω
(για θάλασσα, ποταμό κ.λπ.) αυτός που δεν ταράσσεται από κύματα, ήρεμος, γαλήνιος
νεοελλ.
1. ήσυχος, ήρεμος
2. (για τιμές, προϊόντα κ.λπ.) αυτός που δεν υφίσταται διακυμάνσεις
αρχ.
αυτός που δεν τον χτυπούν τα κύματα.