Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλαζονικός

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀλαζονικός, -ή, -όν) ἀλαζών
αυτός που ρέπει στην αλαζονεία, φαντασμένος, καυχησιάρης
νεοελλ.
(για πράγματα ή καταστάσεις) αυτός που ταιριάζει σε αλαζόνα, ο υπεροπτικός
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀλαζονικόν
η αλαζονεία.