Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλαζών

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ᾰ̓λᾱζών Medium diacritics: ἀλαζών Low diacritics: αλαζών Capitals: ΑΛΑΖΩΝ
Transliteration A: alazṓn Transliteration B: alazōn Transliteration C: alazon Beta Code: a)lazw/n

English (LSJ)

[ᾰλ], ᾰ̓λᾱζόνος, ὁ, ἡ, (ἄλη) prop.

   A wanderer about country, vagrant, Alc. Com.31.    II charlatan, quack, esp. of Sophists, Cratin.380, Ar.Nu.102, Pl.Chrm.173c, al.    2 braggart, boaster, X.Cyr.2.2.12, Arist.EN1127a21; title of play by Men.    3 Adj., boastful, pretentious, Hdt.6.12; ἀ. λόγοι Pl.R.560c: Comp. ἀλαζονέστερος Suid. s.v. εἴρων: Sup., ἡδονὴ ἀλαζονίστατον = most shameless pleasure , Pl. Phlb.65c. Adv. Sup. ἀλαζονέστατα, δρω-ν Ael.NA4.29.

French (Bailly abrégé)

όνος (ὁ, ἡ)
I. propr. vagabond;
II. d’où 1 charlatan, imposteur;
2 glorieux, vantard, fanfaron.
Étymologie: ἀλάομαι.

Spanish (DGE)

-όνος

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [sup. neutr. -έστατα Ael.NA 4.29; -ίστατον Pl.Phlb.65c; masc. -ίστατος D.Chr.55.20]
I 1fanfarrón, jactancioso, vanidoso, charlatán de pers. λόγων ἀλαζόνα Archil.63, cf. Hdt.6.12, Cratin.375, Pl.R.486b, X.Cyr.2.2.12, Mem.1.7.2, Arist.EN 1127a21, EE 1221a24, Men.Pc.268, Thphr.Char.23.1, Plb.38.7.1, Luc.Pisc.21, Herm.12, Plu.Per.12, LXX Ib.28.8, D.C.67.2, Chrys.M.57.227, de Sócrates y los sofistas, Ar.Nu.102, 449, 1492, Pl.Chrm.173c, del falso médico, Hp.Morb.Sacr.1.4, cf. ὁ δ' εἴρων ... ἀλαζόνος εἶδος Phld.Vit.21.38
de abstr. λόγοι Pl.R.560c, Philostr.VA 7.4, ἡδονή Pl.Phlb.65c, αὐθάδεια 1Ep.Clem.57.2, ἔπαινος Philostr.VS 582, τέχνη φίλαυτος καὶ ἀ. Philostr.VS 616, VA 7.16
Ἀλαζών El (soldado) fanfarrón tít. de una pieza anónima de la comedia nueva que Plauto imitó en el Miles Gloriosus Plaut.Mil.86
neutr. sup. plu. como adv. -έστατα δρῶν Ael.NA 4.29.
2 jactancioso c. idea de falsedad, Ar.Ach.109, 373, Eq.269, Ra.909
mentiroso, fingido de Odiseo, Pl.Hp.Mi.369e
de cosas vano, sin fruto στάχυς Plu.2.81b.
3 grandilocuente ἡ Ῥωμαίων φωνή Gr.Thaum.Pan.Or.1.40.
II vagabundo Alc.Com.37.

• Etimología: Prob. es el n. de un pueblo del S. de Rusia, los Ἀλαζῶνες Hdt.4.17, 52 (var.).

English (Strong)

from ale (vagrancy); braggart: boaster.

English (Thayer)

(ονος, ὁ, ἡ (ἄλη, wandering) (from Aristophanes on), an empty pretender, a boaster: Trench, § xxix.; Tittmann i., p. 73 f; Schmidt, chapter 172,2.)

Greek Monolingual

(-όνος), ο, η (Α ἀλαζών)
ως επίθ. αυτός που υπερηφανεύεται υπέρμετρα ή παράλογα, υπερήφανος, υπερόπτης
αρχ.
ως ουσ.
1. ο περιπλανώμενος, περιφερόμενος εδώ κι εκεί
2. αγύρτης, τσαρλατάνος, απατεώνας
3. ως επίθ. αλαζονικός, υπεροπτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. ἀλαζών-όνος προήλθε από το κύριο όνομα Ἀλαζῶνες, που απαντά στον Ηρόδοτο και δηλώνει αρχαία θρακική φυλή. Επομένως το κύριο όνομα Ἀλαζῶνες με σημασιολογική επέκταση και παράλληλη μορφολογική εξέλιξη χρησιμοποιήθηκε και ως προσηγορικό. Παρόμοια εξέλιξη παρατηρείται και στις γαλλικές le vandale (κυριολ. «Βάνδαλος» και κατ’ επέκταση «κτηνώδης, βίαιος, βάναυσος, αγράμματος») και ostrogoth (κυριολ. «Οστρογότθος» και κατ’ επέκταση «αγροίκος, οργίλος, δύστροπος»)
πρβλ. και νεοελλ. βάνδαλος.
ΠΑΡ. αλαζονεύομαι, αλαζονικός].

Greek Monotonic

ἀλαζών: [ᾰλ], -όνος, ὁ, ἡ (ἄλη), κυρίως,
I. περιπλανώμενος, πλανόδιος· έπειτα, αυτός που ψευδώς κομπάζει, απατεώνας, τσαρλατάνος, για τους Σοφιστές, σε Αριστοφ., Πλάτ. κ.λπ.
II. ως επίθ., κομπορρήμων, καυχησιάρης, φανφαρόνος, Λατ. gloriosus, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀλᾱζών: όνος adj. хвастливый, кичливый, заносчивый (λόγοι Plat.; γυνή, перен. στάχυς κενὸς καὶ ἀ. Plut.).
όνος ὁ хвастун, пустохвал, шарлатан Arph., Xen., Plat., Arst.

Frisk Etymological English

-όνος
Grammatical information: m. f.; also adj.
Meaning: charlatan, quack, braggart, boaster (Arist.).
Derivatives: ἀλαζονικός boastful (Hp.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἀλαζών is identical with the Thracian people's name Ἀλαζών. Perhaps it simply became an appellative; Bonfante BSL 37, 77ff. Cf., with a different meaning, vandal. S. Burkert RhM 105, 1962, 50f.

Middle Liddell

[ἄλη]
I. properly a vagabond: then, a false pretender, impostor, quack, of Sophists, Ar., Plat., etc.
II. as adj. swaggering, boastful, braggart, Lat. gloriosus, Hdt., Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀλαζών -όνος, ὁ, ἡ, als adj. superl. ἀλαζονίστατος
1. oplichter, bedrieger, charlatan; als adj. bedriegelijk, leugenachtig.
2. grootspreker, opschepper, pretentieus persoon; als adj. opschepperig, pretentieus, protserig.

Frisk Etymology German

ἀλαζών: -όνος
{alazṓn}
Forms: auch adjektivisch gebraucht.
Grammar: m. f.
Meaning: Marktschreier, Prahler (ion. att.),
Derivative: Ableitungen: ἀλαζονικός prahlerisch, stutzerhaft (Hp., X., Arist. usw.), ἀλαζονίας = ἀλαζών (Hdn.), ἀλαζοσύνη Großtuerei (Aq.).
Etymology : Verbum: ἀλαζονεύομαι großtun, prahlen (Kom., Redner usw.). Davon ἀλαζονεία, ἀλαζόνευμα. ἀλαζών ist mit dem thrakischen Volksnamen Ἀλαζών identisch, der zum Appellativ geworden ist. Bonfante BSL 37, 77ff.
Page 1,62

Chinese

原文音譯:¢lazèn 阿拉閂
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:誇傲的 相當於: (יָהִיר‎) (שַׁחַץ‎)
字義溯源:自誇的,自誇;源自(ἄλευρον)Y*=流浪)
出現次數:總共(2);羅(1);提後(1)
譯字彙編
1) 自誇(1) 提後3:2;
2) 自誇的(1) 羅1:30