Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλλιώς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

επίρρ. (Μ ἀλλέως)
με άλλο τρόπο, αλλιώτικα, διαφορετικά
νεοελλ.
1. άλλως, ειδεμή
2. φρ. «έτσι κι αλλιώς», οπωσδήποτε, αναπόφευκτα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλλεῶς < μσν. ἀλλέως, πιθ. < επίθ. ἀλλέος κατά τα επιρρ. σε -έως.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλλιώτικος].