Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμέριμνος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀμέριμνος, -ον)
αυτός που δεν έχει μέριμνες, φροντίδες, ο ξένοιαστος
αρχ.
1. αυτός, για τον οποίο δεν μεριμνά κανείς, ο παραμελημένος
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀμέριμνον
η αμεριμνησία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + μέριμνα.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμεριμνῶ
αρχ.-μσν.
ἀμεριμνία
νεοελλ.
αμεριμνοσύνη.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αμεριμνομέριμνος].