Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάκτηση

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α ἀνάκτησις) ἀνακτῶμαι
η εκ νέου απόκτηση χαμένου πράγματος, επανάκτηση
αρχ.
ανάκτηση δυνάμεων, ανάρρωση.