Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανέλπιστος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀνέλπιστος, -ον)
μη ελπιζόμενος, απροσδόκητος, αναπάντεχος
αρχ.
1. (για πρόσωπα) εκείνος που δεν έχει ελπίδα, απελπισμένος
2. (για πράγματα) εκείνος που δεν παρέχει ελπίδα, απελπιστικός
3. το ουδ. ως ουσ. το ανέλπιστον
το να μην ελπίζεις πλέον.