Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναβιβασμός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

ο (Α ἀναβιβασμὸς) ἀναβιβάζω
1. ανέβασμα, ανύψωση
2. (ως γραμμ. όρος) μετάθεση του τόνου από τη λήγουσα στην παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα
μσν.
προώθηση, προαγωγή, ενίσχυση.