Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενίσχυση

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Μ ένίσχυσις) ενισχύω
βοήθεια, βοήθημα, ισχυροποίηση, ενδυνάμωμα
νεοελλ.
1. στήριγμα, υποστήριγμα («η στέγη χρειάζεται ενίσχυση»)
2. πρόσθετη αποστολή βοηθητικού σώματος στρατού
3. συνεκδ. τμήμα στρατού που ακολουθεί σε μικρή απόσταση τη γραμμή μάχης για να μετάσχει σε αυτήν αν χρειαστεί
4. η αύξηση ηλεκτρικής τάσης ή έντασης ηλεκτρικού ρεύματος που γίνεται με συσκευή η οποία ονομάζεται ενισχυτής.