Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναχώρηση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀναχώρησις)
η ενέργεια του αναχωρώ
(αρχ. -μσν.) (για ασκητή) η αποχώρηση, η απομάκρυνση από την εγκόσμια ζωή
αρχ.
1. απομάκρυνση από κάπου, ξεκίνημα
2. τόπος κατάλληλος για υποχώρηση, καταφύγιο.