Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απομάκρυνση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η
1. μετακίνηση, μεταφορά κάποιου μακριά
2. εκτόπιση, αποπομπή, εξορία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απομακρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλέξανδρο Σούτσο].